Τον Ιούλιο του 1953, ακριβώς τρία χρόνια μετά την εισβολή της Βόρειας Κορέας στον Νότο, συμφωνήθηκε ανάμεσα στις δύο αντίπαλες πλευρές κατάπαυση του πυρός μέχρι να υπογραφεί από όλες τις εμπλεκόμενες χώρες συνθήκη ειρήνης.
Η κατάπαυση του πυρός ισχύει ακόμη, καθώς η υπογραφή συνθήκης ειρήνης θα νομιμοποιούσε το στάτους κβο όπως αυτό διαμορφώθηκε το 1953 ντε γιούρε καθιστώντας άκυρα τα κεντρικά αφηγήματα των δύο αντίπαλων πλευρών.
Σήμερα το Κίεβο και η τρόικα Γαλλίας, Γερμανίας και Βρετανίας επιχειρούν να οριοθετήσουν το τέλος του πολέμου με τη φόρμουλα της παγωμένης σύγκρουσης.
Η κυβέρνηση Ζελένσκι ελπίζει με το πάγωμα της σύγκρουσης να μην αναγκαστεί να νομιμοποιήσει τον εδαφικό ακρωτηριασμό της χώρας – και όχι μόνο. Με την εγκατάσταση μάχιμων μονάδων των χωρών της τρόικας ως εγγυητριών δυνάμεων στην ουσία προτείνει την επ’ αόριστον παράταση της ντε φάκτο ένταξης της Ουκρανίας στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ.
Είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ότι οι Μακρόν, Μερτς και Στάρμερ κινούνται στους αντίποδες της συμφωνίας Πούτιν – Τραμπ στην Αλάσκα. Η συμφωνία της Αλάσκας προέβλεπε όχι μόνο την υπογραφή συνθήκης ειρήνης, αλλά την πλήρη και συνολική εξομάλυνση των σχέσεων Δύσης – Ρωσίας.
Τα κίνητρα των τριών Μεγάλων είναι φανερά, καθώς τα τύμπανα πολέμου διευκολύνουν και νομιμοποιούν έκτακτα μέτρα καταστολής αλλά και κατεδάφισης κεκτημένων.
Τούτων λεχθέντων οι πολεμοχαρείς ηγέτες των τριών Μεγάλων εμφανίστηκαν στο προσκήνιο την ώρα που η Γηραιά Ηπειρος ζει το τέλος μιας εποχής.
Είναι βέβαιο ότι τόσο στο Κρεμλίνο όσο και στον Λευκό Οίκο κάθε φορά που ακούνε τη σκληρή ρητορική των Μακρόν, Μερτς και Στάρμερ σκέφτονται τη Λεπέν, τον Φαράτζ και την ηγεσία της Εναλλακτικής για τη Γερμανία.
Η γραμμή πλεύσης που χαράζουν οι τρεις είναι μια πολιτική εκδοχή της άρνησης της πραγματικότητας όπως την ορίζει η ψυχανάλυση.
Η Ε.Ε. προσπαθεί ταυτόχρονα να λύσει τα εσωτερικά της προβλήματα, να βρεθεί στη σωστή πλευρά της Ιστορίας, αλλά και δίπλα και όχι απέναντι στις ΗΠΑ.
Ο απολογισμός της προσπάθειας είναι μέχρι στιγμής πενιχρός.
