Κατά την πρόσφατη συνάντησή τους στην Αθήνα, ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας και ο πρωθυπουργός της Ελλάδας ανακοίνωσαν ότι οι δύο χώρες θα προχωρήσουν σε «επικαιροποίηση των οικονομικών και τεχνικών παραμέτρων» του έργου της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου.
Αυτό σημαίνει μια νέα μελέτη για το έργο. Αρα τουλάχιστον μια μεγάλη χρονική παράταση μέχρι την έναρξή του, εάν και εφόσον αυτό υλοποιηθεί τελικά. Ισως σημαίνει και «πάγωμά» του, παρά τις δηλώσεις.
Η επίσημη αυτή αναθεώρηση του πλάνου υλοποίησης του έργου γίνεται, αφενός, προκειμένου να βρεθούν επενδυτές. Κάτι που δεν έχει επιτευχθεί μέχρι τώρα.
Αφετέρου, αφήνει περιθώριο στις δύο πλευρές (Ελλάδα και Κύπρο) να δουν αν μπορούν να καλύψουν την απόσταση που χωρίζει τις εκτιμήσεις τους σχετικά με το κόστος και τη βιωσιμότητα του έργου.
Ακόμα σημαντικότερο είναι ότι μέσα στα τουλάχιστον 1-2 χρόνια αναβολής θα μπορούσε να προκύψει η διοργάνωση της Διάσκεψης των Χωρών της Ανατολικής Μεσογείου, συμπεριλαμβανομένης της Τουρκίας. Εκεί θα ήταν δυνατόν να γίνουν οι αναγκαίες συνεννοήσεις προκειμένου να μπορέσει να προχωρήσει το έργο.
Τα προβλήματα του έργου:
1. Η Τουρκία δεν ζητά σταμάτημα του έργου. Βασισμένη στο τουρκο-λιβυκό μνημόνιο, θεωρεί ότι αυτή έχει δικαιώματα οικονομικής εκμετάλλευσης στην περιοχή και ζητά επίσημη ενημέρωση για το καλώδιο από την Ελλάδα.
Φυσικά αν η Ελλάδα προχωρήσει σε επίσημη ενημέρωση, θα είναι σαν να αναγνωρίζει την αρμοδιότητα της Τουρκίας στη θαλάσσια αυτή περιοχή.
Επίσης η Τουρκία θέτει κι ένα άλλο σχετιζόμενο ζήτημα, που αφορά τις έρευνες που πρέπει να προηγηθούν της πόντισης του καλωδίου. Οι έρευνες θα αγγίξουν τον βυθό, δηλαδή την υφαλοκρηπίδα, για την οριοθέτηση της οποίας διαφωνούν οι δύο χώρες. Η Τουρκία θεωρεί ότι με μια τέτοια κίνηση η Ελλάδα θα κατοχυρώσει δικαιώματά της εκεί. Αυτό μας οδηγεί στην προϋπόθεση της επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών.
2. Δεν μπορεί να προχωρήσει η υλοποίηση του έργου χωρίς να έχει προηγηθεί είτε οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, είτε -έστω- άτυπη συνεννόηση μεταξύ της ελληνικής και της τουρκικής κυβέρνησης.
Δεν υπάρχει φυσικά κανένα πρόβλημα για τη διαδρομή του έργου μέσα στα χωρικά ύδατα της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ομως για το τμήμα του έργου που θα διέρχεται κάτω από διεθνή ύδατα, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι υπάρχουσες συνθήκες.
Στη θαλάσσια περιοχή ανοιχτά της Κάσου και της Καρπάθου η σχεδιασμένη διαδρομή του καλωδίου περνά από διεθνή ύδατα. Για την περιοχή αυτή υπάρχουν δύο αλληλεπικαλυπτόμενες συμφωνίες για οικονομική εκμετάλλευση: το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο και η συμφωνία τμηματικής οριοθέτησης μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου.
3. Το γεγονός ότι η Ελλάδα ορθώς δεν αποδέχεται το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο, δεν σημαίνει ότι οι χώρες που το έχουν συνάψει σταματούν να θεωρούν ότι αυτό ισχύει. Οταν έχουμε δύο αλληλεπικαλυπτόμενες συμφωνίες, μόνο δύο τρόποι υπάρχουν για να λυθεί το ζήτημα:
α. Οι χώρες που έχουν υπογράψει τη μία από τις δύο συμφωνίες να αποσύρουν την υπογραφή τους, κάτι που φαίνεται εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατον.
β. Οι έχοντες υπογράψει τις συμφωνίες αυτές να προσφύγουν στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ή άλλον διεθνή διαιτητικό, διαμεσολαβητικό ή δικαστικό μηχανισμό) για την επίλυση της διαφοράς.
4. Το οικονομικό ζήτημα του έργου είναι σοβαρό. Πρόκειται για τεράστια επένδυση. Το οικονομικό πρόβλημα εντείνεται από δύο άλλους παράγοντες:
α. Τα τεχνικά προβλήματα. Στο σημείο αυτό το βάθος της Ανατολικής Μεσογείου είναι πολύ μεγάλο. Αν πραγματοποιηθεί η σύνδεση αυτή, θα είναι η βαθύτερη και μεγαλύτερη σε μήκος σε ολόκληρο τον πλανήτη μέχρι σήμερα.
β. Η αβεβαιότητα λόγω της γεωπολιτικής κατάστασης. Αν υπάρχει η σοβαρή πιθανότητα να μην πραγματοποιηθεί το έργο εξαιτίας των διαφορών Ελλάδας, Κύπρου, Τουρκίας, ποιος είναι διαθέσιμος να επενδύσει τόσο μεγάλα ποσά;
Επίσης, δεν είναι βέβαιο ότι το Ισραήλ, στο οποίο θα έφτανε -σε μεταγενέστερο χρόνο- το καλώδιο, έχει πλέον μεγάλο ενδιαφέρον, τουλάχιστον για το συγκεκριμένο καλώδιο.
5. Οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) δεν μπορεί να γίνει μονομερώς από μία χώρα. Απαιτείται συμφωνία με τη χώρα που έχει απέναντι ακτές. Συνεπώς για το Αιγαίο και ένα τμήμα της Ανατολικής Μεσογείου πρέπει να υπάρξει συμφωνία Ελλάδας – Τουρκίας.
Αλλά και μεταξύ Κύπρου και Τουρκίας δεν έχει οριστεί ΑΟΖ. Λόγω του άλυτου Κυπριακού, οι δύο χώρες δεν έχουν διπλωματικές σχέσεις μεταξύ τους.
Αρα μόνο η επίλυση των πολιτικών προβλημάτων και διμερών διαφορών μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για μείζονες πρωτοβουλίες σε αυτή την τεράστια θαλάσσια περιοχή.
Αυτό δεν μπορεί να παρακαμφθεί. Δεν υπάρχει bypass στα σκληρά προβλήματα που θέτει η γεωπολιτική πραγματικότητα.
Η επίλυση των διαφορών απαιτεί όμως πολιτικό θάρρος, χωρίς τη λανθασμένη αντίληψη περί «πολιτικού κόστους». Απαιτεί ευελιξία και διάθεση όλων των πλευρών για αμοιβαία επωφελείς παραχωρήσεις και προωθητικούς συμβιβασμούς.
*Πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος, αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ενωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)
