Η πολυγραφότατη και πολυβραβευμένη Μάργκαρετ Ατγουντ, περισσότερο γνωστή στο ελληνικό κοινό από τα μυθιστορήματά της Η ιστορία της θεραπαινίδας και Οι διαθήκες, έχει δημοσιεύσει από το 1961 δεκαοχτώ συλλογές ποιημάτων, δεκαοχτώ μυθιστορήματα, εννέα συλλογές διηγημάτων, δύο γκράφικ νόβελ και μια σειρά από βιβλία που συνδυάζουν ποίηση και πεζογραφία, ενώ γράφει επίσης και δημοσιεύει κριτικά και δοκιμιακά κείμενα. Φέτος κυκλοφόρησε η πλέον πρόσφατη συλλογή διηγημάτων της, όπου ο ελληνικός τίτλος Γηραιές μωρές παρθένες αποτελεί μια φιλότιμη προσπάθεια να διατηρηθεί ο παιγνιώδης χαρακτήρας του πρωτότυπου «Old Babes in the Wood», όπου όμως, αναπόφευκτα, χάνονται ίσως οι τρυφερές και μελαγχολικές του αποχρώσεις.
Η συλλογή χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο, με τίτλο «Τιγκ και Νελ», περιλαμβάνει τρεις ιστορίες όπου πρωταγωνιστεί ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, ο Τιγκ και η Νελ. Οι δυο είναι γραμμένες σε τρίτο πρόσωπο και μία σε πρώτο, όπου αφηγείται η Νελ. Πρόκειται για εύθυμες ή παράδοξες ιστορίες βγαλμένες από τη ζωή του ζευγαριού, με αναδρομές στο παρελθόν, με δευτεραγωνιστές στενούς φίλους ή κατοικίδια, ιδωμένες, όπως καταλαβαίνουμε στο τέλος κάθε ιστορίας, από τη σκοπιά του σήμερα. Στο τρίτο μέρος της συλλογής με τον τίτλο ανεστραμμένο «Νελ και Τιγκ» συναντάμε πάλι τη Νελ, όμως αυτή τη φορά, μόνη, χήρα, αντιμέτωπη με τη μοναξιά και την απώλεια. Κι αυτές οι ιστορίες είναι άλλοτε σε τρίτο κι άλλοτε σε πρώτο πρόσωπο, όμως το χιούμορ –πάντα παρόν– έχει υποχωρήσει αφήνοντας την πρωτιά στη μελαγχολική ενατένιση αλλά και στην αποδοχή.
Ανάμεσα στα δυο αυτά μέρη, βρίσκεται το δεύτερο και πιο εκτενές, με τίτλο «Η σατανική μητέρα μου» και το οποίο αποτελείται από οκτώ ανεξάρτητα μεταξύ τους διηγήματα με ποικίλο ύφος και θεματολογία. Το ομώνυμο διήγημα αποτυπώνει με σπαρταριστό τρόπο τη σχέση της αφηγήτριας με τη μητέρα της, η οποία διατηρεί στενές σχέσεις με τη μαγεία, και μεγάλωσε την κόρη της μόνη της, λέγοντάς της πως ο πατέρας της είναι ένας διακοσμητικός νάνος κήπου. Στο απολαυστικό «Χάλια δόντια», η φιλία δυο γυναικών περνάει κρίση όταν η μία διαδίδει κάποιες ανυπόστατες φήμες για την άλλη. Το «Κομφούζιο» λαμβάνει χώρα στο μέλλον, όπου ένα σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα έχει σαρώσει την ανθρωπότητα και η «Μετεμψύχωση» είναι η ιστορία ενός σαλιγκαριού (αφηγημένη σε πρώτο πρόσωπο από το ίδιο το σαλιγκάρι) όταν διασταυρώνεται με μια γυναίκα και εισέρχεται στην ψυχή της, αποκτά δηλαδή η ηρωίδα ψυχή σαλιγκαριού.
Το διήγημα «Ιπτάμενη: ένα συμπόσιο» έχει έντονα θεατρικό χαρακτήρα, καθώς στηρίζεται στον διάλογο των ηλικιωμένων ηρωίδων που έχουν μαζευτεί σε ένα σπίτι για κάποιου είδους σύσκεψη, ενώ στο εξαιρετικό «Θάνατος από αχιβάδα», μιλάει η Υπατία η Αλεξανδρινή και αφηγείται πώς βρήκε μαρτυρικό θάνατο από φανατισμένο όχλο χριστιανών. «Θέλατε να σας πω τι στ’ αλήθεια συνέβη και το έπραξα. Τώρα ρωτάτε κάτι άλλο: Αξιζε τον κόπο; Η ζωή μου. Η ζωή που επέλεξα να ζήσω. Θα ήμουν πιο ευτυχισμένη αν δεν είχα υπάρξει ποτέ σεβάσμια δημόσια μορφή, αν είχα ακολουθήσει την πεπατημένη των γυναικών της εποχής μου – αν είχα παντρευτεί, και κάνει παιδιά; Δεν μπορώ να απαντήσω σ’ αυτό παρά μόνο λέγοντας ότι, άπαξ και προβείς σε μια επιλογή, οι εναλλακτικές αποκλείονται. Πιθανότατα δεν θα είχα καταλήξει ως πεδίο άσκησης για χασάπηδες, αν και ποτέ δεν ξέρεις. Πολλές άσημες γυναίκες θανατώθηκαν μόνο και μόνο επειδή υπήρξαν. Προσπαθώ να το βλέπω αισιόδοξα: δε χρειάστηκε να υποστώ τις ατιμώσεις του ύστερου γήρατος. Τι είναι προτιμότερο, αναρωτιέμαι – μια λιμνούλα ή ένα ηλιοβασίλεμα; Και τα δύο έχουν τις χάρες τους».
Η θέση της γυναίκας, παλαιότερα και σήμερα, είναι ένα από τα θέματα που έχουν απασχολήσει την Ατγουντ και σε μυθιστορήματά της, όπως Η θεραπαινίδα, ενώ επίσης το φανταστικό ή δυστοπικό μυθοπλαστικό περιβάλλον που συναντάμε σε κάποια διηγήματα της συγκεκριμένης συλλογής, έχει χρησιμεύσει και στο παρελθόν στη συγγραφέα για να εκφράσει ανησυχίες όχι μόνο φεμινιστικού αλλά και πολιτικοκοινωνικού χαρακτήρα. Η ευρεία γκάμα των θεμάτων και των τρόπων που έχει συμπεριλάβει η συγγραφέας στις Γηραιές μωρές παρθένες συνέχεται ωστόσο από το νήμα της αδυσώπητης και αμετάκλητης ροής του χρόνου, απέναντι στην οποία δεν έχουμε να αντιτάξουμε παρά τα δικά μας όπλα: τη σθεναρή μας αντίσταση στη λήθη, τη φιλία και το χιούμορ.
Ο Αύγουστος Κορτώ, με όπλο τη δική του οξεία αίσθηση του χιούμορ, έχει καταφέρει να αποδώσει με ευκρίνεια τις υφολογικές διακυμάνσεις ανάμεσα στη λεπτή ειρωνεία, την παρωδία, τον αυτοσαρκασμό και την πανταχού υφέρπουσα μελαγχολία.
