Υποβλήθηκε στη Βουλή το σχέδιο νόμου του υπουργείου Ανάπτυξης «Σύσταση και λειτουργία Ανεξάρτητης Αρχής Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή, ρυθμίσεις για την Επιτροπή Ανταγωνισμού και λοιπές διατάξεις».
«Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις επιδιώκεται η συνένωση των ελεγκτικών μηχανισμών που δραστηριοποιούνται στο πεδίο της προστασίας των καταναλωτών, συμπεριλαμβανομένου του Συνηγόρου του Καταναλωτή, και η υπαγωγή τους σε ένα ενιαίο, συνεκτικό και λειτουργικά αυτόνομο διοικητικό σχήμα, με σκοπό την αναβάθμιση της επιχειρησιακής ικανότητας των ελεγκτικών μηχανισμών, μέσω της κεντρικής οργάνωσης και της βέλτιστης αξιοποίησης των ανθρώπινων και υλικών πόρων, ιδίως μέσω της αξιοποίησης προηγμένων ψηφιακών εργαλείων», αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση.
Με το νομοσχέδιο ιδρύεται η Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή, ως αρμόδια αρχή αφενός για τον έλεγχο της αναγραφής της πορείας διαμόρφωσης της τελικής τιμής σε νωπά προϊόντα, από τις επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου αφετέρου για την επιβολή των προβλεπόμενων κυρώσεων.
Επίσης, τίθεται ο στόχος να αντιμετωπιστούν ζητήματα σχετικά με την άσκηση αρμοδιοτήτων της Επιτροπής Ανταγωνισμού ως προς τον έλεγχο συγκεντρώσεων επιχειρήσεων και ως προς τη χρηματοδότησή της, την επιβολή κυρώσεων κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, τη χρήση τεχνολογικών εργαλείων απαραίτητων για την αποτελεσματική της λειτουργία και τη δυνατότητα απασχόλησης ασκούμενων σ’ αυτή, με σκοπό τη διευκόλυνση του έργου της και την αναβάθμιση του ρόλου της.
Νέα Αρχή αλλά… μικρότερη προστασία
Όπως έχει αναδείξει η Εφ.Συν., το σχέδιο νόμου καρατομεί τον Συνήγορο του Καταναλωτή και έχει καταφέρει να δημιουργήσει σύγχυση τόσο στην πλευρά της αγοράς όσο και των καταναλωτών. Περισσότερο ντόρο έχει ξεσηκώσει διάταξη που προβλέπει αορίστως ότι στις επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου αναγράφονται, «κατά τρόπο προσήκοντα και ευκρινή», τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η πορεία διαμόρφωσης της τελικής τιμής σε νωπά προϊόντα.
Ο τρόπος επιλογής οπωροκηπευτικών ή κρεάτων αλλά και ο τρόπος αναγραφής της τιμής στα ταμπελάκια παραπέμπονται σε υπουργικές αποφάσεις. Ο αρμόδιος υπουργός θα ενεργοποιεί το μέτρο μόνο για συγκεκριμένα αγαθά που «ξεφεύγουν» και θα παρακολουθούνται προσωρινά για ορισμένο χρονικό διάστημα, ενώ άγνωστο παραμένει πώς, έστω για αυτά, θα καθορίζεται η διαφορά από την τιμή του παραγωγού στην τιμή στο ράφι.
Αλυσίδες υπεραγορών αναζητούν ερμηνείες από νομικούς για να λύσουν τον «γρίφο» και να μη βγουν ζημιωμένες. Παραγωγοί και επαγγελματίες λαϊκών αγορών τονίζουν ότι ο τελικός πωλητής δεν θα δύναται να γνωρίζει αν έχει αισχροκερδήσει ο προμηθευτής, ο έμπορος ή ο παραγωγός. Καταναλωτικές ενώσεις ζητούν προσθήκη στη ρύθμιση ώστε να καταστεί ξεκάθαρα υποχρεωτική η αναγραφή της τιμής παραγωγού και ο πολίτης να μπορεί να τη συγκρίνει με την τιμή αγοράς.
Ακόμα πιο προβληματικές είναι οι διατάξεις για τη δημιουργία της Ανεξάρτητης Αρχής Εποπτείας της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή, που αντιγράφουν σε μεγάλο βαθμό τη λειτουργία και τα όργανα της ΑΑΔΕ – παγκόσμια πρωτοτυπία σε επίπεδο (μη) λογοδοσίας. Σωματεία και οργανώσεις θέτουν ευθέως ζήτημα ανεξαρτησίας της νέας αρχής και καταγγέλλουν την υποβάθμιση του Συνηγόρου του Καταναλωτή. Η Αρχή θα ενημερώνει κάθε τρεις μήνες τον υπουργό Ανάπτυξης και συνδυάζει δύο αντιφατικές αρμοδιότητες, της διαμεσολάβησης για επίλυση διαφορών και της επιβολής κυρώσεων, με αποτέλεσμα να συγκρούεται με την ευρωπαϊκή οδηγία 2013/11.
Ως όργανα διοίκησης ορίζονται το Συμβούλιο Διοίκησης, ο διοικητής και οι τρεις υποδιοικητές, χωρίς να αποκλείεται η συμμετοχή στελέχους από επιχείρηση ελεγχόμενη από την Αρχή, και χωρίς να προβλέπεται πουθενά η συνεργασία με εκπροσώπους των ενώσεων καταναλωτών, με αποτέλεσμα να απαξιώνεται ο ρόλος τους.
