Η απρόσμενη νίκη του Χαβιέρ Μιλέι στις ενδιάμεσες εκλογές της Αργεντινής με ένα 40% έναντι 31,7% των περονιστών (διαψεύδοντας ξανά τις δημοσκοπήσεις που προέβλεπαν διαφορά στα όρια του στατιστικού λάθους) μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί ως ένας θρίαμβος του Ντόναλντ Τραμπ και της νέας επεμβατικής πολιτικής που εγκαινίασε απέναντι στη Λατινική Αμερική από την επιστροφή του στην προεδρία των ΗΠΑ.
Οχι γιατί δεν υπάρχουν και εσωτερικοί παράγοντες για τη νίκη του ακροδεξιού, η οποία διέψευσε την εκτίμηση πολλών αναλυτών πως το «φαινόμενο Μιλέι» άρχιζε να ξεθωριάζει. Αυτό το 40% -που εξέπληξε ακόμη και το επιτελείο του- δείχνει πως όταν το διακύβευμα δεν είναι μια τοπική κυβέρνηση (όπως έγινε τον Σεπτέμβριο στο Μπουένος Αϊρες, όπου έχασε με 13 μονάδες) αλλά η εθνική πολιτική σκηνή, κυριαρχεί ακόμη η δυσπιστία προς την «παλαιά πολιτική τάξη» και ο φόβος της αποσταθεροποίησης προέχει ανάμεσα στους νέους και μέρος της μέσης και ανώτερης τάξης, που έχει πρόσβαση στα πολυπόθητα (και σε έλλειψη) δολάρια.
Πρωτοφανής στήριξη
Αλλά είναι αδιαμφισβήτητο πως η τακτική της εκβιαστικής στήριξης του Μιλέι από τον Τραμπ έπαιξε καταλυτικό ρόλο σε έναν πληθυσμό που δεν έχει αντοχές για ακόμη μια οικονομική κατάρρευση, δημιουργώντας την (ψευδ)αίσθηση πως με αυτόν στο πλευρό του ο «αναρχοκαπιταλιστής» θα μπορούσε να αποφύγει τα χειρότερα. Με ψήφους αρκετές στο Κογκρέσο (93 στις 257 έδρες της Βουλής και 20 στις 72 της Γερουσίας, επαρκείς για να στηρίξουν προεδρικά βέτο κατά νόμων των αντιπάλων του), ο Μιλέι μπορεί να προχωρήσει ακάθεκτος στις ιδιωτικοποιήσεις και στην απορρύθμιση της αγοράς, ευνοώντας τόσο τα αμερικανικά οικονομικά συμφέροντα όσο και τα στρατιωτικά σχέδια της Ουάσινγκτον στη Νότια Αμερική.
Η βοήθεια προς την Αργεντινή είναι πρωτοφανής. Πρώτα, τον Απρίλιο, ακόμη ένα δάνειο 20 δισ. δολαρίων από το ΔΝΤ (που προστέθηκε στα 57 δισ. που είχε δανείσει στην κυβέρνηση Μάκρι το 2018 στην πρώτη θητεία του Τραμπ). Κι όταν αυτά δεν αποδείχθηκαν επαρκή για να ανακόψουν την πτωτική πορεία του Μιλέι ενόψει των εκλογών της 26ης Οκτωβρίου, ο Τραμπ του πρόσφερε επιπλέον μια άμεση βοήθεια άλλων 20 δισ. δολαρίων σε SWAP νομισμάτων (ενώ ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ μίλησε και για άλλα 20 δισ. με τη μορφή αυτή τη φορά δανείων από ιδιωτικές τράπεζες ή επενδυτές). Ξεκαθαρίζοντας εκβιαστικά πως «αν κερδίσει, εμείς μένουμε, αλλιώς φεύγουμε» και δίνοντας το πιο αποτελεσματικό όπλο στον Μιλέι για να ξετυλίξει μια καμπάνια εκφοβισμού των ψηφοφόρων με επιχειρήματα όπως «αν χάσω, πάμε στην κόλαση».
Πρώτα η Αμερική
Από πρώτη άποψη δεν συνάδει και πολύ με το δόγμα «Πρώτα η Αμερική» το γεγονός ότι ο Τραμπ αποφασίζει να διασώσει την αργεντίνικη οικονομία (έπειτα από περισσότερες από 20 προηγούμενες διασώσεις που τελικά δεν την έσωσαν) σε μια συγκυρία που οι Αμερικανοί δημόσιοι υπάλληλοι δεν πληρώνονται λόγω της δημοσιονομικής παράλυσης της κυβέρνησης και οι αγρότες αντιμετωπίζουν οικονομική ασφυξία περιμένοντας αγωνιωδώς ένα πακέτο βοήθειας που δεν έρχεται.
Αλλά η μακροπρόθεσμη εικόνα είναι διαφορετική, όπως απάντησε ο ίδιος ο Μπέσεντ διαψεύδοντας τις αποκαλύψεις των New York Times πως με αυτή τη «βοήθεια» ξελασπώνει αμερικανικά ταμεία σαν τα BlackRock, Fidelity ή Pimco και μεγα-επενδυτές υψηλού κινδύνου (όπως ο Στάνλεϊ Ντράκενμιλερ και ο Ρόμπερτ Σιτρόουν, προσωπικοί του φίλοι από την εποχή που δούλευε στον Σόρος), αφού «αγοράζοντας πέσος και αυξάνοντας την αξία τους, οι ΗΠΑ τους δίνουν την ευκαιρία να απαλλαγούν από τα κακά τους στοιχήματα».
Οσο κι αν σαφώς ευνοούνται οι ζάπλουτοι επενδυτές, ο Μπέσεντ είχε δίκιο όταν σε συνέντευξή του στο CNBC δήλωσε πως στηρίζοντας την Αργεντινή «στηρίζουμε στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ στο δυτικό ημισφαίριο». Πράγματι η αμερικανική κυβέρνηση πέτυχε πολλαπλά οφέλη από την επιχείρηση «Διάσωση του Μιλέι».
Στην άλλη πλευρά του ταμείου αυτής της συναλλαγής προβάλλουν σειρά από επιτακτικές αμερικανικές επιδιώξεις και ευκαιρίες: το φυσικό αέριο στο Νεουκέν, οι σπάνιες γαίες του Χουχούι για την τεχνολογία αιχμής, κρίσιμα μέταλλα για τις μπαταρίες όπως το λίθιο στις αλυκές της ερήμου της Ατακάμα στα σύνορα με τη Χιλή, το ουράνιο στο Τσουμπούτ της Παταγονίας για το πυρηνικό οικοσύστημα και για την τροφοδοσία ψηφιακών υποδομών, τεχνολογικές αλυσίδες, data centers, τεχνητή νοημοσύνη made in USA και πολλά ακόμη.
Αλλά και εδραιώνεται η αναβαθμισμένη γεωστρατηγική θέση των ΗΠΑ στον Νότιο Ατλαντικό. Μέρες πριν από την έγκριση του νέου δανείου του ΔΝΤ, τον Απρίλιο, ο Μιλέι ταξίδεψε στην Ουσουάια (το «Τέλος του Κόσμου», πρωτεύουσα της Γης του Πυρός και βασική πύλη πρόσβασης στην Ανταρκτική) για να ανακοινώσει τη δημιουργία κοινής ναυτικής βάσης με τις ΗΠΑ όπου προβλέπεται να εγκατασταθεί και ένας υποσταθμός ανεφοδιασμού αμερικανικών πυρηνικών υποβρυχίων. Και μέρες πριν ο Τραμπ ανακοινώσει τη συμφωνία για τα 20 δισ. δολάρια σε SWAP, ο Μιλέι υπέγραψε διάταγμα που νομιμοποιεί την άφιξη αμερικανικών στρατευμάτων για επιχειρήσεις σε τρεις ναυτικές βάσεις, περιλαμβανομένης της Ουσουάια.
Το πακέτο που «αντάλλαξε» ο Τραμπ με τον Μιλέι δεν ήταν παρά μια γεωπολιτική απόφαση που στοχεύει να στηρίξει την οικονομική ηγεμονία των ΗΠΑ απέναντι στην προέλαση της Κίνας στην περιοχή, έγραφαν οι Financial Times, σε μια μεθόδευση που συνιστά «γυμνή άσκηση χρηματοπιστωτικού ιμπεριαλισμού». Ενα μέσο για την ανάκτηση οικονομικής επιρροής και πολιτικής συστράτευσης σε μια περιοχή που συνεχίζει να θεωρεί «πίσω αυλή των ΗΠΑ»: εκεί όπου η Αργεντινή παραμένει από τις λίγες εναπομείνασες σοβαρές συμμάχους, την ώρα που ισχυροί παίκτες όπως το Μεξικό, η Βραζιλία και η Κολομβία κυβερνώνται από την Αριστερά.
