Η φωνή της Ορνέλα Βανόνι, που πέθανε την Παρασκευή, στα 91 της χρόνια, από καρδιακή ανακοπή, ερχόταν ως απόηχος από τις δοξασμένες μέρες του περίφημου «Πίκολο Τεάτρο» το ’60, υπό τον Τζόρτζο Στρέλερ, από τις μεγάλες επιτυχίες του Τζίνο Πάολι και λίγο αργότερα του Σανρέμο, όταν ακόμα το ιταλικό φεστιβάλ ήταν λαμπερό και κραταιό στη διεθνή σκηνή και δισκογραφία. Ηταν μια φωνή απολύτως χαρακτηριστική μ’ αυτήν την ελάχιστη βραχνάδα της άλτο και τη θεατρική εκφραστικότητα, ή μάλλον δραματικότητα, μια φωνή που ανήκε στις παλαιότερες γενιές αλλά πέρασε και στις καινούργιες όταν η μεγάλη της επιτυχία «L’ appuntamento» ακούστηκε στο «Ocean’s twelve» («Η συμμορία των 12», 2004) επαναφέροντας στο προσκήνιο και την ίδια και τα τραγούδια της.
Στη χώρα της, την Ιταλία, το άστρο της Ορνέλα Βανόνι δεν έδυσε βέβαια, αν μάλιστα σκεφτεί κάποιος ότι με την Πάτι Πράβο και τη Μίλβα θεωρούνταν οι τρεις απόλυτες ντίβες ή, όπως έλεγε η ίδια, «η Αγία Τριάδα του ιταλικού τραγουδιού». Ισως βέβαια η Βανόνι να είχε περισσότερα κοινά με τη Μίλβα μια που ανήκαν στην ίδια γενιά (γεννημένη το ’34 η Βανόνι, το ’39 η Μίλβα που πέθανε το 2021) και είχαν συνδεθεί με το θέατρο και δη του Μπρεχτ, με το σινεμά και γενικώς με το θέαμα – ενώ η νεότερή τους, 77χρονη σήμερα Πάτι Πράβο, είχε ξεκινήσει από τη λονδρέζικη μουσική σκηνή με πιο ροκ προδιαγραφές.
Οπως και να ’χει, η Ιταλία έχασε μία από τις μεγάλες γυναικείες φωνές αναφοράς της και διεθνούς εμβέλειας. Διότι είναι αδύνατον να ανακαλέσει κάποιος τις εποχές της μεγάλης δόξας του ιταλικού τραγουδιού χωρίς να αναφέρει και την Ορνέλα Βανόνι.
Ταλέντο
Γεννημένη το 1934 σε μια εύπορη οικογένεια Μιλανέζων, ξεκίνησε την καριέρα της τέλη της δεκαετίας του ’50, αρχές του ’60, ως ηθοποιός και μάλιστα με το ταλέντο και το προνόμιο να συμμετέχει κυρίως σε έργα του Μπρεχτ, όπως τα ανέβαζε στο Piccolo Teatro ο Στρέλερ – ο οποίος υπήρξε μέντορας αλλά κι εραστής της σε μια παθιασμένη σχέση που έγινε μέρος του μύθου της. Σχεδόν ταυτόχρονα ξεκίνησε και η μουσική της καριέρα, με υλικό καταρχάς λαϊκά και παραδοσιακά τραγούδια στη μιλανέζικη διάλεκτο τα οποία ήταν συνδεδεμένα με τον υπόκοσμο του Μιλάνου (Canzoni della Mala) – κι από εκεί της έμεινε τότε το παρατσούκλι «cantante della mala» («η τραγουδίστρια του υποκόσμου»). Την ίδια εποχή συνάντησε, συνεργάστηκε αλλά και συνδέθηκε ερωτικά με τον Τζίνο Πάολι – σε ακόμα μία θυελλώδη σχέση, αλλά κι επώδυνη για την ίδια αφού εκείνος ήταν παντρεμένος και παρέμεινε ακόμα κι όταν η Βανόνι έμεινε έγκυος και λίγο αργότερα απέβαλε, κομβικό περιστατικό που η ίδια είχε εξομολογηθεί ότι ανακαλούσε στις μεγάλες κατοπινές της καταθλιπτικές κρίσεις.
Το 1963 πάντως η Βανόνι σημείωσε τις δύο πρώτες της μεγάλες επιτυχίες («Senza fine» και «Che cosa c’è») που είχε γράψει για τη φωνή της ο Πάολι, έναν χρόνο αργότερα κέρδισε το Φεστιβάλ της Νάπολης με το «Tu si na cosa grande» και στη συνέχεια συμμετείχε σταθερά κάθε χρόνο στο Φεστιβάλ του Σανρέμο, με τα τραγούδια «Abbracciami forte» (1965), «Io ti darò di più» (1966), «La musica è finita» (1967), «Casa Bianca» (1968) και «Eternità» (1970). Το «Casa Bianca», που κατέλαβε τη δεύτερη θέση το 1968, έγινε αντικείμενο διαμάχης πνευματικών δικαιωμάτων ανάμεσα στον συνθέτη Don Backy και τη δισκογραφική Clan Celentano. Αλλά η καριέρα της Ορνέλα Βανόνι (που εν τω μεταξύ είχε παντρευτεί τον θεατρικό επιχειρηματία Lucio Ardenzi, με τον οποίο απέκτησαν έναν γιο, τον Cristiano, προτού να χωρίσουν το ’72) είχε απογειωθεί. Ακολούθησε σειρά επιτυχιών: «Una ragione di più», «Un’ora sola ti vorrei», «L’ appuntamento» (διασκευή του βραζιλιάνικου τραγουδιού «Sentado à beira do caminho» των Erasmo Carlos και Roberto Carlos), «Non dirmi niente» (διασκευή του «Don’t make me over» του Burt Bacharach), «La musica e finita», «Eternita» κ.ά.
Με «peak» τις δεκαετίες του ’60 και ’70, όταν καταγράφηκαν λοιπόν και οι πιο «ανεξίτηλες» επιτυχίες της, συνέχισε να είναι πάντως στην πρώτη γραμμή και τα επόμενα χρόνια με κορυφαίες διεθνείς συνεργασίες (από τις τεράστιες μορφές της τζαζ George Benson και Herbie Hancock μέχρι με τους Βραζιλιάνους Vinicius de Moraes και Toquinho), ιστορικά ντουέτα (με τον Enzo Gragnaniello αλλά και το 2004 με τον Τζίνο Πάολι σε ένα άλμπουμ που έκανε τρελές πωλήσεις), συμμετοχές σε θεατρικές παραστάσεις, ταινίες (έκανε δεκάδες συμμετοχές στο ιταλικό σινεμά από τη δεκαετία του ’60 και μέχρι και το «Επτά γυναίκες κι ένα μυστήριο», την τελευταία της κινηματογραφική εμφάνιση το 2021), τηλεοπτικές παραγωγές (μόλις την περασμένη εβδομάδα συμμετείχε σε εκπομπή του καναλιού La Nove) και ενδιαμέσως με μια αποθεωτική επιστροφή το ’89 στο Σανρέμο – που μία δεκαετία αργότερα της απένειμε τιμητικό βραβείο για τη συνολική προσφορά της στο τραγούδι, χαρίζοντάς της και τον τίτλο της πρώτης γυναίκας που τιμήθηκε μ’ αυτό το βραβείο στην ιστορία του θεσμού.
Λάμψη
Πέρα από τις αστρονομικές δισκογραφικές της πωλήσεις, που υπολογίζεται ότι ξεπερνούν τους 65 εκατομμύρια δίσκους, και παρά τις κατά καιρούς ψυχικές της μεταπτώσεις, η Βανόνι συνέχισε να εκπροσωπεί την ιταλική εκδοχή του ταλέντου, του κοσμοπολιτισμού και της λάμψης όχι μόνον στη σκηνή ή στην οθόνη αλλά και στη μόδα: υπήρξε φίλη του Βερσάτσε, αλλά και του Αρμάνι και του Βαλεντίνο που της είχαν σχεδιάσει ρούχα.
Η μεγάλη της δύναμη ήταν όμως κάποιες φορές και η μεγάλη της αδυναμία: αγωνιώντας για μια αψεγάδιαστη εικόνα κατέφυγε κατά καιρούς σε αισθητικές επεμβάσεις με πολύ αμφιλεγόμενα αποτελέσματα, για τα οποία όμως η ίδια όχι μόνο μίλαγε, αλλά έκανε και χιούμορ: «Μόνο τα αυτιά μου δεν έχω πειράξει», είχε πει κάποτε γελώντας. Είχε άλλωστε απόλυτη συναίσθηση και των ελαττωμάτων της. Απόδειξη, η περίφημη φράση αυτοσύστασης: «Είμαι μία από αυτές τις γυναίκες που καίγονται, εύθραυστες και γεμάτες στοργή, που κρύβονται πίσω από νευρικά ξεσπάσματα, κομψή αποστασιοποίηση και σαρκασμό, απελπισμένη και ευτυχισμένη, μόνη και διάσημη, εξοργισμένη και τρυφερή».
