Ρωξάνα Θεοδώρου. Κοσμάς Κέφαλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Φαγιούμ, κατά κόσμον Κωνσταντίνος Βατούγιος, κατέγραψε με ευαισθησία εννέα μικρές ιστορίες, επιλέγοντας το δύσβατο μονοπάτι της αναφοράς στο «καθημερινό», το τετριμμένο, το απαρατήρητο!

Ο συγγραφέας (σπούδασε στο τμήμα Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ, εργάστηκε αρχικά στο ΚΘΒΕ και εδώ και μια 20ετία σταδιοδρομεί στη διαφήμιση και τη στρατηγική επικοινωνίας), έχει δώσει θαυμάσια δείγματα γραφής ως δημιουργός του ηλεκτρονικού περιοδικού ποικίλης ύλης ikariamag (https://www.ikariamag.gr/), των

εκδόσεων «ελεύθερες πτήσεις», του arteis fest και άλλων δράσεων με επίκεντρο το νησί του, την Ικαρία.

Στη συλλογή διηγημάτων «Μικρές Επικράτειες», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άνω Τελεία, ο Φαγιούμ ρίχνει την παρατηρητική του ματιά, στην Κοκκινιά, στον Κορυδαλλό, στου Γκύζη, σε αφανείς γειτονιές της πόλης, ενίοτε και φανταστικές αναδεικνύοντας προσπάθειες ανθρώπων που παλεύουν να επικρατήσουν στην ίδια τους τη ζωή.

Το διήγημα είναι, μάλλον, ένα παρεξηγημένο λογοτεχνικό είδος.  Κατά κανόνα, το αναγνωστικό κοινό, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς, προτιμάει το μυθιστόρημα έναντι του διηγήματος θεωρώντας το πολύ πιο απαιτητικό ως έργο τέχνης, τόσο από την άποψη της δημιουργικής διαδικασίας, όσο και της αναγνωστικής.

Όμως, κατά τη γνώμη μας, ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Το διήγημα (ιδίως το καλό διήγημα) είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο είδος, καθώς απαιτεί μέσα σε ελάχιστο χώρο και χρόνο να κερδίσει την προσοχή και τη συναισθηματική επένδυση του αναγνώστη, να τον κάνει να αγαπήσει, να μισήσει, να ταυτιστεί ή να σιχαθεί. Δεν έχει την πολυτέλεια της επί μακρόν και λεπτομερούς εμβάθυνσης, έχει όμως το πλεονέκτημα της συντομίας και της περιεκτικότητας. Κι αν το διήγημα είναι πράγματι τόσο «παρεξηγημένο», ο Φαγιούμ έρχεται και το υπερασπίζεται με τον καλύτερο τρόπο, δείχνοντας πόση ένταση μπορεί να χωρέσει σε τρείς σελίδες.

Η Αμερικανίδα συγγραφέας, σκηνοθέτις και ακτιβίστρια Σούζαν Σόνταγκ είχε πει κάποτε πως συγγραφέας είναι αυτός που κοιτάει τον κόσμο με προσοχή. Αυτό ακριβώς κάνει και ο Φαγιούμ. Παρατηρεί και καταγράφει το εσωτερικό, το επαναλαμβανόμενο, την εμμονή, τη θλίψη, τη μοναξιά, τη ματαίωση, τις μικρές νίκες και τις μεγάλες ήττες. 

Συνήθως τα μεγάλα λογοτεχνικά έργα μιλούν για πολέμους, καταστροφές, μακρά οικογενειακά έπη ή συγκλονιστικά δράματα. Ο συγγραφέας διάλεξε κάτι πιο δύσκολο: να γράψει για το «καθημερινό», το τετριμμένο, το απαρατήρητο. Για όλα αυτά που περνάνε μπροστά μας και δεν τα βλέπουμε, όχι απαραιτήτως γιατί δεν είναι αρκούντως σημαντικά, αλλά γιατί τα έχουμε συνηθίσει, σαν τον ήχο του απορροφητήρα στην κουζίνα, που μόνο όταν τον κλείσεις συνειδητοποιείς ότι σου είχε πάρει το κεφάλι. 

Και δεν παρατηρεί μόνο το έξω, τους άλλους, το περιβάλλον. Αλλά και το μέσα το δικό του, σχεδόν ψυχαναγκαστικά. Καταγράφει, περιγράφει, και ταξινομεί τα συναισθήματα, τις συμπεριφορές, τις δράσεις και τις αντιδράσεις του, για να τα κάνει αφήγηση, ιστορία.

Παλεύει με την πολιτική ορθότητα, την αποτάσσεται και την υπερασπίζεται μέσω της ίδιας της ύπαρξης των ηρώων του, που ξεδιπλώνουν τις διαστάσεις τους και αποκαλύπτουν τα αλληλοσυγκρουόμενα χαρακτηριστικά τους.

Οι ήρωές του, όλοι, έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς – αληθινούς ή φανταστικούς – δεν έχει σημασία. Εκκρεμότητες. Με την οικογένεια τους, την κοινωνία, το σύμπαν, γενικώς. Η ζωή τους όλη είναι, ενίοτε, μια εκκρεμότητα. Τους πετυχαίνουμε σε μια στιγμή αιωρούμενης αναμονής. Τα γεγονότα συμβαίνουν μέσα τους, η ζωή έξω τους στέκει προσωρινά ακίνητη και περιμένουν το παρόν να κάνει την εμφάνισή του. «Αύριο θα είναι μια άλλη μέρα», σκέφτεται ένα από αυτούς, όμως το σήμερα δεν έχει ακόμα τελειώσει.

Χωρίς διάθεση να προδώσουμε κανένα στοιχείο από τις ιστορίες – αξίζει να τις διαβάσετε χωρίς να ξέρετε τίποτα γι΄ αυτές – είναι μια φράση που συνοψίζει σχεδόν την αίσθηση του βιβλίου: «Αν ήταν άσχημος, ας ήταν πολύ άσχημος. Αλλιώς ωραίος. Κάτι πιο συγκεκριμένο, γενικά. Όχι όμως αυτό».

Αυτή η πολύ ανθρώπινη απελπισία της ζωής που σε απογοήτευσε, και τα βάζεις με όλα τα πράγματα που δεν μπορείς ν’ αλλάξεις. Κάνοντας πως δε βλέπεις εκείνα που μπορείς.

Οι ήρωες του «ελέγχουν τον κόσμο, αν είναι ακόμα στη θέση του». Έχουν βάρη, βαρίδια, πίκρες, χαρές (που πέρασαν), χαρές (που περιμένουν – που τους χρωστάει η ζωή, το σύμπαν, ο όσιος Μελέτιος σε μία περίπτωση). Σαν τους επιβάτες του λεωφορείου που στέκονται στη στάση, και είναι ο χρόνος αυτός της αναμονής νεκρός, αλλά όχι κενός. Τον γεμίζουν οι ίδιοι, στις λίγες  σελίδες που αναλογούν στον καθένα, με το ίζημα των βιωμάτων τους. 

Κι έρχεται η ζωή σαν λεωφορείο με σπασμένα φρένα και  ισοπεδώνει και τη στάση και το πεζοδρόμιο και τους εν αναμονή επιβάτες.

Οι χαρακτήρες που παρελαύνουν στις σελίδες θα μπορούσαν να μοιράζονται στα διαμερίσματα της ίδια πολυκατοικίας, αλλά δεν κατοικούν στον ίδιο όροφο. Άλλοι γεννήθηκαν (και παρέμειναν) θυρωροί, άλλοι μεγαλοπιάστηκαν και σκαρφάλωσαν στο ρετιρέ. Στον ίδιο κόσμο ζουν, δεν έχουν όμως την ίδια απρόσκοπτη θέα στη θάλασσα, πώς να το κάνουμε.

Τους ξέρεις όλους, τους έχεις συναντήσει. Κάποιους τους έχεις θείους. Και κάποιοι είσαι εσύ, έστω και στιγμιαία. 9 ιστορίες, 9 ζωές που έχουν διασταυρωθεί με τη δική σου. Μερικούς τους συμπάθησες, μερικούς τους λυπήθηκες και κάνα δυο τους σιχάθηκες και έπλυνες τα χέρια σου μετά τη χειραψία. Πάντως είναι όλοι εδώ, γύρω μας.

Πραγματικοί, απτοί, δικοί μας.

Το βιβλίο αυτό καταφέρνει ανάμεσα σε άλλα πράγματα να κάνει το τετριμμένο τέχνη. Να δώσει βάθος και ένταση στη σιωπή της «κανονικής» ζωής. Επικεντρώνεται στη μπαναλιτέ της ανθρώπινης ύπαρξης, όχι αγνοώντας τη μεγαλοσύνη της, αλλά πιο πολύ τονίζοντας πως αυτό που τελικά μας χαρακτηρίζει, αυτό που ορίζει την υπόστασή μας είναι αυτό που είμαστε καθημερινά, και όχι οι περιστασιακές μας ανατάσεις.

Αν έπρεπε να διαλέξουμε έναν λόγο να σας πούμε γιατί αξίζει να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες θα λέγαμε το εξής: για να δείτε με πόση ευαισθησία και κατανόηση μπορεί κάποιος να περιγράψει την ανθρώπινη κατάσταση, όλα τα βασικά στοιχεία που καθορίζουν την ανθρώπινη ζωή – τη γέννηση, τη θνητότητα, τη συνείδηση, την ελπίδα και την αναζήτηση νοήματος – χωρίς ποτέ να της χαρίζεται.

Γιατί τελικά, αυτή η μυθοπλασία που μοιάζει με ντοκιμαντέρ, είναι ίσως ο πιο αληθινός τρόπος να μιλήσουμε για τη ζωή, που δε χρειάζεται εξιδανίκευση, μόνο προσοχή. Κι αυτό το βιβλίο κάπως μας θυμίζει πως το πραγματικά συγκλονιστικό δεν κρύβεται μόνο στα γεγονότα αυτά καθ’ εαυτά, αλλά και στο βλέμμα που τα παρατηρεί.

Συζητώντας με τον Φαγιούμ

Ποιο ήταν το ερέθισμα να γράψεις τις «μικρές επικράτειες»;

Ήταν μια περίοδος που προσπαθούσα να καταλάβω πώς γίνεται να τα βγάλεις πέρα όταν έρχονται τα πάνω κάτω. Και δεν εννοώ να βγεις νικητής, ούτε καν. Μιλάμε για το να διατηρήσεις τη βιολογική σου ύπαρξη σε μια στοιχειώδη λειτουργική ανταπόκριση. Και αυτό να σου αρκεί, έτσι όπως μοιραία αναπροσαρμόζονται τα θέλω και οι ανάγκες σου. Αναρωτιόμουν, λοιπόν, πώς τα καταφέρνουν οι άνθρωποι και «επικρατούν» στη ζωή τους σε ιδιαιτέρως δύσκολες συνθήκες, ακόμα και μόνιμες, που μέχρι και η ελπίδα δεν έχει χώρο. Όταν βλέπεις τον τοίχο να έρχεται καταπάνω σου και εσύ πρέπει απλώς – όχι να σταθείς αγέρωχα – αλλά να μην καταρρεύσεις, να τη παλέψεις.  

Υπάρχει κάποιο σημείο σύνδεσης των ηρώων στα εννέα διηγήματα;

Ναι, είναι αυτό ακριβώς, οι άνθρωποι της διπλανής πόρτα που προσπαθούν να την παλέψουν έτσι όπως μπορούν ή όπως νομίζουν γιατί τους συμβαίνει κάτι ή γιατί δεν τους συμβαίνει τίποτα απολύτως. 

Τα πρόσωπα στις «μικρές επικράτειες» είναι φανταστικά ή πραγματικά, τα οποία, άθελα ή και ηθελημένα, «προδίδεις»;

Είναι τόσο φανταστικά όσο και πραγματικά. Μοιραία ο καθένας από εμάς έχει τα δικά του βιώματα και αναφορές

Εσένα μπορούμε να σε ανακαλύψουμε ανάμεσα στους ήρωες του έργου;

Ομοίως, είναι όλα εγώ και κανένα από αυτά. Το βιβλίο ωστόσο δεν είναι αυτοβιογραφικό, είναι προϊόν δημιουργικής διαδικασίας, με ό,τι αυτή φέρει από το προσωπικό μου υλικό. 

Κάποιοι συγγραφείς βιώνουν τη δημιουργική διαδικασία σαν λύτρωση, άλλοι σαν «βάσανο», αλλά σχεδόν σε κάθε περίπτωση σαν μεγάλη ανάγκη. Εσύ πως την αισθάνεσαι;

Σαν μεγάλη ανάγκη επίσης. Που έχει μέσα και τη λύτρωση, μια που δημιουργώ έναν κόσμο μέσα στον οποίο αναγνωρίζω τον εαυτό μου και μπορώ να υπάρξω αλλά και σαν «βάσανο» με την έννοια όμως ότι για μένα η διαδικασία της συγγραφής σημαίνει απόλυτο σχεδιασμό, συστηματική οργάνωση, στην λεπτομέρεια, και φυσικά αυτοπειθαρχία.  

Θεωρούμε πως οι μικρές επικράτειες είναι ένα λογοτεχνικό έργο που από μέσα του αναδύεται το δημοσιογραφικό ρεπορτάζ. Ως δημοσιογράφος, το έκανες ηθελημένα ή βγήκε μόνο του;

Δεν το έχω σκεφτεί ότι έχει τη διάσταση του ρεπορτάζ. Δεν είμαι δημιοσιογράφος. Απλώς μια ζωή, ως κειμενογράφος, στα γραπτά μου αλλά και γενικά στη διαφήμιση και την επικοινωνία, δεν κάνω τίποτε άλλο από το να παρατηρώ, επιδιώκοντας πάντα την αυθεντική σύνδεση. 

Πόσο εύκολο είναι γράφεις τραγικές ιστορίες με χιούμορ και πόσο να εμφανίζεις αστείες καταστάσεις με διάχυτη θλίψη;

Δε μπορώ να αξιολογήσω τον βαθμό ευκολίας ή δυσκολίας καθώς δεν είναι η πρόθεση μου αυτή η αντίθεση θλίψης και χιούμορ. Είναι ο τρόπος που αντιλαμβάνομαι τον κόσμο, τη ζωή. Τα πράγματα είναι μεικτά, ρευστά, μπάσταρδα. Και – κάτι που πάμε να χάσουμε σήμερα με τις μανιχαϊστικές μας αποψάρες- μπορούν να ισχύουν δυο αντίθετα πράγματα, ταυτόχρονα. 

Κάπου λες ότι η γιαγιά, που όταν της έβαζε ο παππούς αλοιφή στα αυτιά, ζητούσε να κλείσει  την τηλεόραση για να μην τους βλέπουν, και που δεν είχε τη δική του διακριτικότητα, να αφήνει το βράδυ τη νεολαία να πει τα δικά της, αλλά την έπαιρνε ο ύπνος στην πλαστική καρέκλα, κάποια φορά δεν ξύπνησε από το περιπαιχτικό «ώωωωωπα!». «Απόψε, όμως, παρέμενε νεκρή». Τι κρύβει τούτη η ανάλαφρη αναφορά σε ένα τόσο βαρύ θέμα, όπως είναι ο θάνατος; 

Όταν μπαίνεις σε μια ηλικία που αρχίζεις και αναρωτιέσαι «μα πού πήγαν όλοι;», αν δε θες να σε φάνε τα μαύρα τα σκοτάδια, η ελαφρότητα εμφανίζεται σαν αυτοάνοσο. Είναι κάτι σαν την ελπίδα. 

Πόσο εύκολη ή δύσκολη είναι σε ένα γραπτό η διαχείριση μιας πνευματικής νόσου;

Είναι σίγουρα πιο εύκολη από τη διαχείριση της στην πραγματική ζωή. Ωστόσο, όταν μιλάμε για λογοτεχνικό γραπτό, το πιο εύκολο είναι να την αντιμετωπίσεις στερεοτυπικά. Γενικότερα, αν μιλάμε για παρεκκλίνουσες καταστάσεις – που δεν οφείλονται σε βιολογικούς παράγοντες- θεωρώ ότι όλα είναι μια σπείρα, που άπαξ και κάνεις το πρώτο βήμα προς τα εκεί, σε βυθίζει σιγά σιγά σε (αυτό)καταστροφικές συμπεριφορές. Γι’ αυτό και θεωρώ ότι θα μπορούσαμε κάλλιστα να βρισκόμαστε στη θέση του άλλου, για παράδειγμα στη θέση σχεδόν κάθε ήρωα του βιβλίου. Απλώς έτυχε και δε σταθήκαμε για καιρό στη είσοδο της σπείρας που τον κατάπιε. Δεν σταθήκαμε, τουλάχιστον μέχρι τώρα.  

Τα κείμενα είναι πυκνογραμμένα από επιλογή ή το επιβάλει η μικρή φόρμα;

Φαντάζομαι από επιλογή. 
 
Οι ήρωές σου δεν είναι κολλημένοι στο ίντερνετ. Ποια είναι  δική σου σχέση με τον διαδίκτυο και τι πιστεύεις για την Τεχνική Νοημοσύνη;

Το διαδίκτυο είναι μέρος της δουλειάς μου εδώ και μια εικοσαετία. Η τεχνητή νοημοσύνη είναι ένα πεδίο με το οποίο ασχολούμαι τα τελευταία -αρκετά πια- χρόνια- . Εκπαιδεύομαι, την εφαρμόζω και κυρίως μελετώ γι’ αυτήν. Δε χρειάζεται να πω και εγώ τη δική μου άποψη. Προτείνω το βιβλίο «Το Επερχόμενο Κύμα» του Suleyman Mustafa. Το μόνο που θα είχα να μοιραστώ είναι η στεναχώρια μου παρατηρώντας πόσο όλος αυτός ο αυτοματισμός αλλοιώνει την προσοχή μας, την υπομονή και την επιμονή μας, από το να απολαύσουμε κάτι longform (παράσταση, κείμενο, βιβλίο) μέχρι να παιδευτούμε (με την πλήρη έννοια της λέξης) ώστε να έχουμε στα χέρια μας ένα επιθυμητό αποτέλεσμα, όποιους είδους. Και όλο αυτό πλήττει την κριτική μας ικανότητα. 

Οι πολιτικές σου πεποιθήσεις σε επηρεάζουν στο γράψιμο; 

Τώρα το πετύχατε! Δεν έχω πεποιθήσεις, κοιτώ τη ζωή με τη θλίψη της εξορίας από τους παραδείσους της βεβαιότητας (αυτό είναι, άλλωστε, το βλέμμα των πορτρέτων φαγιούμ). Για να απαντήσω όμως στη ουσία της ερώτησης: Η λογοτεχνία αποδίδει τον κόσμο όπως είναι, όχι όπως θα έπρεπε να είναι (κάτι που αφορά τις «πολιτικές πεποιθήσεις», οι οποίες μοιραία και επηρεάζουν τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, πρώτα από όλα μέσα από τη σχέση αιτίου και αιτιατού). 

Τι χαρακτηρίζει έναν μεγάλο συγγραφέα; Νιώθεις να σε έχουν επηρεάσει κάποιοι; Τους έχεις ως πρότυπα;

Η διαχρονικότητα είναι αυτό που καθιστά μεγάλο ένα δημιουργό. Προσωπικά, έχω αδυναμία στη νέα ελληνική λογοτεχνία. Αυτοί οι άνθρωποι με έχουν επηρεάσει, νομίζω και πέρα από τη συγγραφή, στον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τη ζωή και τη ζωή μου. Είναι εδώ, μόνιμα παρόντες, τους φέρω, τους ευχαριστώ, τους μνημονεύω, τους ευγνωμονώ. Τον Ξανθούλη, τον Κουμανταρέα, τον Παπαδιαμάντη, και πολλούς ακόμα. 

Μία από τις διαχρονικές, διαδικτυακές μας αγάπες είναι το ikariamag, το οποίο δημιούργησες το 2010 και, με τη συμβολή άξιων συνεργατών, κράτησες για οχτώ χρόνια. Κατά διαστήματα ανατρέχω στα κείμενα, παρακολουθώ συνεντεύξεις, αναζητώ ιστορικά στοιχεία, και απολαμβάνω την ιδιαίτερη γραφή της κάθε μιας και του κάθε ενός που ακούμπησαν εκεί ένα κομμάτι της ψυχής τους. Να ελπίζουμε ότι θα ξαναλειτουργήσει;

Ευχαριστώ για τα καλά λόγια. Ήταν όντως μια δημιουργική 8ετία, μέσα στην κρίση εμείς φτιάξαμε μια κοινότητα πολυσυλλεκτική και ανήσυχη, με υψηλά αισθητικά κριτήρια, ενημερώναμε, εκφραζόμασταν, βγάζαμε βιβλία, προωθούσαμε τα τοπικά μας προϊόντα, κάναμε πολυτεχνικά φεστιβάλ σύγχρονης δημιουργίας, μακριά από μεγαλόστομα ταρατατζούμ και τοπικιστικές γραφικότητες. Ήταν ανάγκη δική μας, όλων όσων συμμετείχαν και όσων μας ακολουθούσαν. Ανάγκη της εποχής. Αποφάσισα να το λήξω όταν ήταν ακόμα στα πάνω του και να παραμείνει το portal ως ένα κοινό κτήμα μιας συλλογικής εμπειρίας. Γι΄αυτό και όχι, δε θα ξαναλειτουργήσει. Προχωράμε. 
    
Αναπόφευκτα στη συγγραφή εκθέτουμε ένα κομμάτι του εαυτού μας. Στο ikariamag αυτό ήταν πολύ εμφανές. Σ αυτές τις ιστορίες που τα προσωπικά βιώματα είναι συγκεκαλυμμένα και ίσως εκ παραδρομής, βοήθησαν στη δημιουργία των ηρώων ή λειτούργησαν σαν εμπόδια, στην προσπάθεια να πεις την ιστορία κάποιου άλλου; 

Μου αρέσει αυτό που λέτε, η λειτουργία των προσωπικών βιωμάτων ως «εμπόδιου». Δεν το είχα σκεφτεί έτσι! Πάντως, τι είναι ο κοινός μας βίος αν όχι η ιστορία του ενός μέσα από την ιστορία του άλλου; 

Στον ίδιο δικτυακό τόπο υπάρχουν σπάνιας ομορφιάς κομμάτια από το àrtεις fest του 2012 και του 2013, μέχρι το Àrtεις Έρωτα του 2017. Τι σηματοδότησαν αυτές οι εκδηλώσεις;

Μια γιορτή εξωστρέφειας. Θα έλεγα πανηγύρι αλλά μαζί με το ικαριώτικο στοιχείο, αυτό πάει αλλού. Για πέντε μέρες, στο κέντρο της Αθήνας, εικαστικοί, ηθοποιοί, μουσικοί, φωτογράφοι, αρθρογράφοι, ερευνητές, επιστήμονες, ακόμα και ντόπιοι παραγωγοί, «βάζαμε τα καλά μας» και υποδεχόμασταν χιλιάδες κόσμου για να του μιλήσουμε από την αρχή για όσα μας ορίζουν, για όσα μας συνέχουν, για το χτες και το αύριο, δηλαδή για το σήμερα. 

Στο àrtεις πήραν μέρος εκκολαπτόμενοι καλλιτέχνες, αναγνωρισμένοι σήμερα. Έχεις εντοπίσει κάποιο πρόσωπο που δεν έφθασε εκεί που άξιζε να φθάσει;

Εμένα, χα ! Αστειεύομαι. Δεν έχω κάποια μεζούρα αξιοσύνης, τι να σας πω! Μόνο ευχαριστίες έχω να τους απευθύνω και να μην το βάζουν κάτω. Άλλωστε, η ζωή είναι μια παράσταση εν εξελίξει. 

Διαβάζοντας τις διαφορετικές ιστορίες στις «μικρές επικράτειες» τις φανταζόμαστε παιγμένες πάνω στο θεατρικό σανίδι. Πόσο πιθανόν είναι να ανέβουν σε θεατρική παράσταση;  

Δεν είστε ο πρώτος που το επισημαίνει. Μάλλον αυτό οφείλεται στις σπουδές μου και την πρότερη επαγγελματική απασχόληση μου. Αυτό που με ρωτάτε, δεν το γνωρίζω. Θα πω, μακάρι!