Ηταν ένα τόλμημα: με 17 ηθοποιούς επί σκηνής, με τους θεατές σε διπλό ρόλο (και χρόνο!) και με ένα έργο-μαραθώνιο το ίδιο. Κι όμως, ούτε καταλαβαίνεις πότε περνάνε οι περίπου δυόμισι ώρες που διαρκεί (με διάλειμμα) ενώ ταυτόχρονα ο σκηνοθέτης Δημήτρης Καρατζιάς έχει κατορθώσει να μεταφέρει όλη την ατμόσφαιρα της δεκαετίας του ’30, αμέσως μετά το Μεγάλο Κραχ στις ΗΠΑ. Αναφερόμαστε στο «Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν», στο βιβλίο του Horace McCoy, που έγινε κινηματογραφική ταινία από τον Σίντνεϊ Πόλακ και τώρα ανεβαίνει ως θεατρικό στην Ελλάδα, στο θέατρο «Εν Αθήναις» από τον Δημήτρη Καρατζιά. Ενα έργο του 1935, που συνδέεται με το 2025 πολύ περισσότερο απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς… τόσο πολύ, που ίσως το να μας γυρίσει πίσω 90 χρόνια ο σκηνοθέτης να ήταν πιο «εύκολο» από την επιστροφή μας στο τώρα, μετά το πέρας της παράστασης. Ακριβώς γιατί αυτό το «τώρα» μάς φανερώθηκε σε όλο το απελπιστικό του μεγαλείο.
Η παράσταση ξεγυμνώνει την Αμερική της Μεγάλης Υφεσης, όπου οι ζωές των ανθρώπων γίνονται ρινίσματα στον μύλο της επιβίωσης και ένας μαραθώνιος χορού δεν είναι διαγωνισμός αλλά πεδίο μάχης ψυχών: λίγο μετά το Κραχ του 1929, ξεκίνησαν σε διάφορες Πολιτείες των ΗΠΑ οι γνωστοί «dance marathons», που έμελλε να «γράψουν» από τις πλέον σκοτεινές σελίδες της Ιστορίας της χώρας. Οι χορευτικοί αυτοί μαραθώνιοι είναι τα σύγχρονα ριάλιτι τύπου Big Brother ή, ακόμα χειρότερα, τα «Hunger Games» που βιώνει καθημερινά το μεγαλύτερο ποσοστό του πλανήτη (συμπεριλαμβανομένων των ζώων και των φυτών, πέραν των ανθρώπων – αλλά πάντα εξαιτίας τους). Επιστρέφοντας ενενήντα χρόνια πίσω, τότε επιτήδειοι «επιχειρηματίες» έβαζαν νεαρά ζευγάρια, εκατοντάδες νεαρά ζευγάρια, να χορεύουν συνεχόμενα για ώρες, μέρες, εβδομάδες, με ελάχιστα λεπτά ξεκούρασης, πολλές φορές δίχως καν ύπνο. Το αντίτιμο ήταν ένα πιάτο φαΐ και ένα κατάλυμα για ύπνο, κατά τη διάρκεια του διαγωνισμού. Εν τω μεταξύ, στήνονταν ολόκληρες παραγκουπόλεις έξω από τα αστικά κέντρα όπου θα γίνονταν οι διαγωνισμοί αυτοί για όσους περίμεναν να λάβουν μέρος, καθώς η μαζική ανεργία και η ανέχεια ανάγκαζαν τους νέους να καταφύγουν ακόμα και σε αυτή τη λύση για λίγο φαγητό και ίσως το έπαθλο. Ενα έπαθλο με το οποίο μπορούσες να αποκτήσεις ένα μικρό κομμάτι γης ή να μη χάσεις αυτό που έχει ήδη η οικογένειά σου και το χρωστάει. Από την άλλη, είχαμε το κοινό: θεατές, επίσης πεινασμένους, όχι μόνο για τροφή, αλλά και για φτηνό, άπελπι θέαμα. «Δεν έρχονται για να δουν τα νιάτα και την ομορφιά σας. Ερχονται να δουν την απελπισία σας. Να σας δουν να σωριάζεστε» ακούγεται στην παράσταση… Πόσο αλήθεια.
«Οι χορευτικοί μαραθώνιοι της δεκαετίας του ’30 παρείχαν φθηνή ψυχαγωγία. Αλλά κυρίως έδιναν την αίσθηση στον θεατή πως ήταν σε καλύτερη μοίρα από τον διαγωνιζόμενο. Αθλιοι, πεινασμένοι και δίχως μέλλον παρακολουθούσαν άλλους άθλιους και πεινασμένους νέους να “μάχονται”… ουσιαστικά για τα ελάχιστα. Για το τίποτα. Για κάτι ελάχιστο που θα κάλυπτε αυτό το απόλυτο τίποτα. Ο κινηματογράφος και το θέατρο ήταν πιο ακριβά θεάματα, ενώ οι μαραθώνιοι χορού πιο προσιτοί. Οι επιχειρηματίες που τους διοργάνωναν έβγαζαν πολλά χρήματα πάνω στις ζωές των ανθρώπων, δίνοντας απλώς λίγο φαγητό και ένα κρεβάτι για ύπνο. Εδιναν επίσης την ελπίδα ενός χρηματικού επάθλου, που συχνά ισοδυναμούσε με ετήσιο εισόδημα για έναν άνεργο» μας λέει ο Δημήτρης Καρατζιάς, και συνεχίζει: «Ηταν μια μαύρη σελίδα στην κοινωνική ιστορία των ΗΠΑ, ίσως από τις πλέον σκοτεινές και όχι τόσο γνωστές: καταρχάς, οι συμμετέχοντες αναγκάζονταν να κινούνται επί ώρες ατελείωτες – τους έβλεπες να κοιμούνται όρθιοι, να σωριάζονται, να αρρωσταίνουν. Υπήρξαν και θάνατοι ακόμα (ένας χορευτής κατέρρευσε και πέθανε μετά από 87 ώρες χορού). Κάποιες πόλεις τούς είχαν απαγορεύσει, αλλά ήταν ελάχιστες. Το σημαντικότερο για μένα όμως, και στη δική μας παράσταση, είναι ο ρόλος του θεατή: σε μας, ο θεατής καλείται να γίνει και θεατής τού τότε, να παρακολουθήσει τους χορευτές, να τους χειροκροτήσει, να νιώσει ίσως όπως όσοι παρακολουθούσαν τότε. Τότε, που οι μαραθώνιοι λειτουργούσαν ως καθρέφτης της κοινωνικής και οικονομικής απόγνωσης της εποχής, ως μια “θέα ψυχής” ενός έθνους που είχε χάσει τον δρόμο του μετά την οικονομική κατάρρευση. Γι’ αυτούς τους λόγους η ιστορική βιβλιογραφία και οι κοινωνιολογικές μελέτες περιγράφουν το φαινόμενο όχι ως απλή λαϊκή διασκέδαση αλλά ως εκμεταλλευτικό και ενίοτε τραγικό κοινωνικό συμβάν. Μιλάμε για χορό έως και 3.780 ώρες συνεχούς παρουσίας – με ελάχιστα δεκάλεπτα διαλείμματα. Το ανθρώπινο σώμα γινόταν εμπορεύσιμο θέαμα, το οποίο λειτουργούσε ως τελετουργικό μιας κοινότητας όπου το κοινό έβρισκε έναν τρόπο να εκτονώσει την κοινωνική του πίεση μέσα από αυτό… Δεν έχουν όλα αυτά σχέση με το σήμερα;» καταλήγει.
Η παράσταση μας γέμισε: εικόνες, υπέροχες ερμηνείες, ερωτήματα για την κοινωνία που «αντέχει» αντί να ζει. Η ατμόσφαιρα είναι αδυσώπητη: ένταση που δεν φιλτράρεται, γλώσσα που δεν εξωραΐζει, εικόνες που δεν κρύβουν την ωμότητα του αγώνα για επιβίωση. Το εγχείρημα μόνο εύκολο δεν ήταν, αλλά ο Δ. Καρατζιάς στη σκηνοθεσία και τη δραματουργική επεξεργασία, μαζί με τον Μάνο Αντωνιάδη στη μετάφραση και τη διασκευή τα κατάφεραν.
Οσο για τους ηθοποιούς, δίνουν το καλύτερο που έχουν. Και, ναι, όπως και οι θεατές τού τότε, έτσι κι εμείς στο σήμερα ξεχωρίσαμε κάποιους και θα τους αναφέρουμε αλλά ως τμήματα ενός συνόλου που λειτουργεί ως τέτοιο: Ο Νικόλας Μπράβος και η Ολγα Θανασιά μάς καθήλωσαν, η Αγάπη Παπαθανασιάδου ξεχώρισε, όπως και οι Νίκος Ιωαννίδης, Αντώνης Αντωνίου (απίστευτα πιστευτοί στους ρόλους τους). Οσο για τις Χριστίνα Σαμπανίκου, Ορνέλα Λούτη και Δήμητρα Κολλά είναι ίσως από τις καλύτερες στιγμές τους στο θεατρικό σανίδι. Και, φυσικά, η υπέροχη Γιάννα Σταυράκη, που το βλέμμα της στην τελευταία σκηνή της αξίωσε κάθε προσδοκία μας.
ℹ️ Κάθε Σάββ., Κυρ. στις 20.30, στο «Εν Αθήναις» (Ιάκχου 19, Γκάζι). Προπώληση: more.com.
