Η ηθική που κάποτε προερχόταν από τη θρησκεία ή την οικογένεια σήμερα έχει μετατεθεί στο πεδίο της «ηθικής της δημόσιας σφαίρας», με τη διαφορά πως σήμερα η αποκαθήλωση της εικόνας λαμβάνει χώρα μέσα στο πεδίο της εικόνας
Τα τελευταία χρόνια, στην καθημερινότητά μας -ψηφιακή και μη, συλλογική ή ατομική-, υπάρχουν συμβάντα που συνομιλούν με την κουλτούρα της ακύρωσης και ενίοτε λαμβάνουν ανεξέλεγκτη τροπή. Τι μας συμβαίνει; Μήπως έχουμε μετεξελιχθεί όλοι αναπόδραστα σε ανθρώπους της ακύρωσης σε έναν κόσμο ψηφιακό όπου η εξιλέωση είναι σχεδόν ανέφικτη γιατί η λήθη δεν είναι δυνατή;
Η κουλτούρα της ακύρωσης αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά φαινόμενα του ψηφιακού πολιτισμού της ύστερης νεωτερικότητας, που αναδεικνύει τις αντιφάσεις της «woke» κουλτούρας συγχωνεύοντας στοιχεία ενοχής με τη φροϋδική έννοια και στοιχεία απόλαυσης με τη λακανική έννοια.
Η κουλτούρα ακύρωσης συνδέθηκε σε σημαντικό βαθμό με τα πιο επιδραστικά αλλά και δίκαια κινήματα των τελευταίων δεκαετιών, όπως το #MeToo και το #BlackLivesMatter. Ολοένα και περισσότερες κοινότητες -διαδικτυακές και μη- άρχισαν να αποβάλλουν το «μιαρό» -τον σεξιστή, τον ρατσιστή- για να επιβεβαιώσουν την ηθική τους συνοχή.
Μήπως όμως η πρακτική της ακύρωσης έχει μετεξελιχθεί σε μια επίδειξη ισχύος από όσους ήταν μέχρι πρότινος οι αδικημένοι της Ιστορίας σε έναν κόσμο όπου τίποτα δεν ξεχνιέται καθώς εγγράφεται στα αρχεία του διαδικτύου;
Στην παράσταση «Cancel» που παίζεται στο Θέατρο Αθηνών, τρεις χαρακτήρες -ένας Αμερικανός ηθοποιός, μια Βρετανίδα σκηνοθέτις και μια Ιρλανδή συγγραφέας- βρίσκονται σε μια θεατρική πρόβα που μεταμορφώνεται σε πεδίο διενέξεων σχετικά με τα όρια της ηθικής, της ταυτότητας και της τέχνης, αναδεικνύοντας κάτι από τη σύγχρονη ψυχική πραγματικότητα: είμαστε σε αδιανόητη ετοιμότητα να καταδικάσουμε, να τιμωρήσουμε, να ακυρώσουμε και μοιάζουμε να βιώνουμε μια συλλογική ηδονή από τη θέση του τιμωρού που αποδίδει δικαιοσύνη. Κατά πόσο είμαστε έτοιμοι να κατανοήσουμε και να συναισθανθούμε, να δούμε το γεγονός μέσα στις ιστορικές και ψυχοκοινωνικές συντεταγμένες του; Το «θέατρο μέσα στο θέατρο» λειτουργεί ως μικρογραφία της κοινωνίας που επιτηρεί και καταδικάζει, με τον χαρακτήρα που ενσαρκώνει ο Αιμίλιος Χειλάκης να διακινδυνεύει να «ακυρωθεί» ως προσωπικότητα και τη συγγραφέα που ενσαρκώνει η Αθηνά Μαξίμου να ρίχνει φως στα όρια και στις ταυτότητες, στις φωνές που έχουν δικαίωμα να ακουστούν.
Το διαδίκτυο -που διεισδύει στη θεατρική σκηνή μέσα από την απειλή μιας ανάρτησης στο Twitter που θα ακυρώσει μια προσωπικότητα- λειτουργεί ως πανοπτικόν. Την ίδια στιγμή το ταμπού του μετανεωτερικού κόσμου μοιάζει να συνοψίζεται στο λάθος του λόγου, στην παραβίαση του συμβολικού κώδικα της πολιτικής ορθότητας. Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές κουλτούρες που είχαν τελετουργίες συγχώρησης, η μετανεωτερική κουλτούρα ακύρωσης είναι ανελέητα μνημονική, με την ακύρωση να μετεξελίσσεται σε μορφή πειθαρχικής πρακτικής, να παράγει δηλαδή υποκείμενα που αυτολογοκρίνονται, προσαρμόζοντας τη συμπεριφορά και τον λόγο τους για να αποφύγουν τον αποκλεισμό.
Η σκηνή γίνεται συνεπώς χώρος όπου η εξουσία, ο λόγος και η ταυτότητα διασταυρώνονται και η θεατρική εμπειρία ενεργοποιεί το κοινό ως παρατηρητή/κριτή, ενώ οι πρωταγωνιστές σταδιακά υπακούν στο ψηφιακό Υπερεγώ όπως θα υπάκουαν άλλοτε στη θεϊκή εντολή. Η ηθική που κάποτε προερχόταν από τη θρησκεία ή την οικογένεια σήμερα έχει μετατεθεί στο πεδίο της «ηθικής της δημόσιας σφαίρας», με τη διαφορά πως σήμερα η αποκαθήλωση της εικόνας λαμβάνει χώρα μέσα στο πεδίο της εικόνας.
Η σύγχρονη μαύρη κωμωδία λειτουργεί ως «καθρέφτης της εποχής» για τις ταυτότητες και την τέχνη, τις ψυχολογικές διεργασίες της κουλτούρας της ακύρωσης και τις πραγματικές προθέσεις της δημόσιας διαπόμπευσης.
Παρατηρούμε πως η κουλτούρα της ακύρωσης λειτουργεί ως συλλογικό Υπερεγώ: οι διαδικτυακές κοινότητες επιτηρούν και τιμωρούν όσα αποκλίνουν από αυτό που εκείνες ορίζουν ως «πολιτικά ορθό». Ο ακυρωμένος γίνεται αντικείμενο μιας επιτελεστικής πράξης ηθικού ελέγχου, που αποκαθιστά τη συμβολική τάξη, ενώ το πλήθος λειτουργεί ως νέο υποκείμενο που συγκροτείται γύρω από έναν αρνητικό πυρήνα: την κοινή αποστροφή προς ένα πρόσωπο ή πράξη. Το Υπερεγώ του πλήθους γίνεται αδηφάγο και αυταρχικό: απαιτεί διαρκή συμμόρφωση και παράγει νέες ενοχές. Το άτομο που ακυρώνεται ενσαρκώνει το «μίασμα» που πρέπει να αποβληθεί για να αποκατασταθεί η τάξη. Ισως γιατί το μετανεωτερικό υποκείμενο -παρά τη μασκαράτα προόδου και ανοιχτότητας- δεν αντέχει τη διαφορά, την ασυνέπεια, το ανοίκειο και ταυτόχρονα απολαμβάνει την εξουσία του να απορρίπτει, να καταστρέφει το συμβολικό κεφάλαιο του άλλου.
Αυτό συμβαίνει προφανώς γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος ζει σε μια εποχή ρευστών ταυτοτήτων και κατάρρευσης των μεγάλων αφηγήσεων, με αποτέλεσμα η ακύρωση να γίνεται τελικά ένας τρόπος να δημιουργηθεί τεχνητά μια νέα βεβαιότητα μέσα στο χάος του σχετικισμού. Ετσι, η ακύρωση προσφέρει συμβολική ενότητα σε μια κοινωνία κατακερματισμένη από αστάθεια και ανασφάλεια.
Η σκηνή του θεάτρου λειτουργεί ως μικρογραφία των ψηφιακών λαϊκών δικαστηρίων, ενώ το έργο αναδεικνύει την άλλη όψη του cancel culture, δηλαδή πως το σύστημα της ακύρωσης είναι ταυτόχρονα μηχανισμός εξουσίας που αναπαράγει μορφές δημόσιας κατακραυγής, θυσίας καθαρμού, προσαρμοσμένες στα μέσα επικοινωνίας του 21ου αιώνα. Ο ακυρωμένος λειτουργεί ως εξιλαστήριο αντικείμενο πάνω στο οποίο προβάλλεται το «κακό» που η κοινότητα αρνείται να αναγνωρίσει μέσα της. Ο René Girard έγραφε ότι οι κοινωνίες μέσα στον χώρο και στον χρόνο επιλύουν τις εσωτερικές τους εντάσεις μέσω της θυσίας ενός εξιλαστήριου θύματος. Το θύμα αυτό δέχεται τη συσσωρευμένη βία και οργή της κοινότητας, επιτρέποντας την αποφόρτιση των κοινωνικών συγκρούσεων. Η ακύρωση, ως συλλογική και δημόσια πράξη αποπομπής, επαναλαμβάνει αυτό το μοτίβο: το ακυρωμένο υποκείμενο αναλαμβάνει συμβολικά την ενοχή της κοινότητας και «θυσιάζεται» στον βωμό της κοινωνικής ειρήνης, ενώ η δημόσια καταγγελία και ηθική επίδειξη τοποθετούν τους ανθρώπους της ακύρωσης στη θέση του «καλού» και κοινωνικά αποδεκτού.
Αν δεν κοιτάξουμε τους εαυτούς μας στον καθρέφτη -χωρίς παραμορφωτικούς φακούς- δεν θα έχουμε καμία ελπίδα να κρατήσουμε το θετικό αποτύπωμα μιας πρακτικής που κάποτε εμφανίστηκε ως πράξη απελευθέρωσης και δικαιοσύνης και εμείς μέρα με τη μέρα την αφήνουμε να διολισθήσει σε μηχανισμό αναπαραγωγής της ίδιας της βίας που καταγγέλλει.
