Η 8η Ιανουαρίου αποτελεί μια ημερομηνία ιδιαίτερα φορτισμένη στη μυστηριακή φιλολογία για τον Γιάννη Χρήστου. Ημέρα γέννησης (1926) αλλά και θανάτου (1970). Ακόμα όμως και ο ίδιος ο βίος του φαίνεται να είναι σμιλεμένος από τα υλικά του μύθου – η κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια του Μεσοπολέμου, οι θρυλούμενες σπουδές με τον Βίτγκενσταϊν και τον Ράσελ, η επαφή με το περιβάλλον του Καρλ Γιουνγκ, ο θάνατος του μεγάλου αδερφού επίσης σε αυτοκινητικό δυστύχημα· η εκρηκτική διαδρομή ενός διάττοντα. Ο Χρήστου βρέθηκε ανάμεσα στους ανθρώπους μόλις για 44 χρόνια.
Η πράξη του τον καταχώρισε στους πιο ιδιαίτερους δημιουργούς της μουσικής πρωτοπορίας του 20ού αιώνα. Η σκέψη του –όπως μας αποκαλύπτεται από τα γραπτά και τις σημειώσεις του– μαρτυρά επίσης έναν στοχαστή της τέχνης, έναν φιλόσοφο των ήχων και –ακόμα περισσότερο– έναν ηχητικό φιλόσοφο. Κάποιον δηλαδή που κατόρθωσε να μετουσιώσει τον βαθύ στοχασμό του για τον άνθρωπο σε ηχητικές συντεταγμένες και να τον μεταφράσει σε μουσικούς όρους. Οπως, για παράδειγμα, έκανε με τα πρότυπα της ανθρώπινης καθημερινής εμπειρίας – από τα προαιώνια αρχέτυπα μέχρι τους πιο σύγχρονους υπαρξιακούς φόβους.
Στο έργο του Χρήστου, τα πρότυπα αυτά παίρνουν τη μορφή δομικών ηχητικών προτύπων –μικρών μουσικών σχημάτων δηλαδή– που επαναλαμβάνονται, επίμονα, ατέρμονα, αμείλικτα, αλλά ποτέ απαράλλαχτα: μετασχηματίζονται καθώς επαναλαμβάνονται, μεταλλάσσονται, φθείρονται και καταρρέουν, και πάντα αντλούν την απαραίτητη ενέργεια για να ξεκινήσουν ξανά από την αρχή. Και είναι αλήθεια πως όλες οι μουσικές επινοήσεις του, οι τομές και οι ρήξεις στη γλώσσα και τις πρακτικές, οι βαθιές αναζητήσεις και η στοχαστική σπουδή, οι στρυφνοί ήχοι και οι εκρηκτικές εντάσεις των έργων του, όλα έχουν αφετηρία και απόληξη τον άνθρωπο. Σύμφωνα και με τον ίδιο, όλα αυτά γίνονται απείρως ασήμαντα αν δεν βρίσκονται σε ουσιώδη σύνδεση με «το πρώτο και απόλυτο στοιχείο: τον ανθρώπινο παράγοντα».
Στις 8 Ιανουαρίου αυτού του έτους συμπληρώνεται ένας αιώνας ύπαρξης του Γιάννη Χρήστου – ύπαρξη που ασφαλώς ξεπερνά τα όρια του βίου του, εκτείνεται στο έργο του και τη δημιουργική του παρακαταθήκη σε πεδία πέρα και από αυτό της Τέχνης· στη συνομιλία του με την αιωνιότητα. Αραγε τι να είναι αυτό που διατηρεί ζωντανό τον μύθο του σήμερα, ήδη πεντέμισι δεκαετίες από τον αδόκητο χαμό του; Οι συναυλίες με έργα του είναι εξαιρετικά σπάνιες· η δισκογραφία είναι ελλιπής, αλλά και εκτός αγοράς εδώ και πολλά χρόνια· η σχετική βιβλιογραφία είναι μάλλον περιορισμένη και αποσπασματική, και οπωσδήποτε δυσπρόσιτη. Ακόμα και η βιογράφησή του –κάτι πιο προσιτό ερευνητικά, θα έλεγε κανείς– μετεωρίζεται ακόμα ανάμεσα στη μυθολογία και τις αυθαίρετες ερμηνείες. Το μυστηριακό καλτ που αγκαλιάζει κάθε αναφορά στο όνομά του μπορεί να συντηρεί τη μορφή, αλλά σίγουρα δεν είναι αρκετό για να ζωντανεύει το περιεχόμενο. Πώς επιβιώνουν επομένως τα έργα του σήμερα – πώς λειτουργεί ακόμα το έργο του;
Ισως η εξήγηση να βρίσκεται στην αίσθηση –ή και διαίσθηση– ότι η υπόθεση αυτής της σύντομης και συμπυκνωμένης δημιουργίας αφορά κάτι περισσότερο από μουσική, κάτι μεγαλύτερο. Οτι πρόκειται για μια μουσική πέρα από τη μουσική, ένα έργο πέρα από τις συμβάσεις ενός έργου, μια τέχνη που ξεπερνά ίσως την ίδια την έννοια της τέχνης. Ισως πάλι να είναι αυτή η σχέση με τις βαθύτερες αγωνίες του ανθρώπου και την Ιστορία του, η οποία γίνεται αντιληπτή σε κάθε επαφή με τον μουσικό αλλά και ευρύτερα πνευματικό κόσμο του δημιουργού.
Ο Χρήστου δημιούργησε μέσα σε ταραγμένους καιρούς – καθώς οι κοινωνίες πάλευαν να αναρρώσουν από τον κλονισμό του μεγάλου πολέμου, αλλά και καθώς μολύνονταν από τη νέα βαρβαρότητα, τα ανελεύθερα καθεστώτα της δεκαετίας του ’60. Χωρίς πολιτικές δηλώσεις και προγραμματικές κατευθύνσεις, ο Χρήστου αφουγκράστηκε την πορεία του ανθρώπου στην Ιστορία, στο παρελθόν και στο μέλλον, και πρόλαβε να εκφράσει με αποκαλυπτικό τρόπο την αγωνία του για όσα τον συγκροτούν, τον καταπιέζουν, τον εμπνέουν, τον δυναμώνουν και τον αποδυναμώνουν. Με μουσική, με χειρονομίες, με εντυπωσιακή σκηνική ειλικρίνεια, αναζητώντας την ίδια στιγμή κάτι πέρα από τη μουσική. Πιο απλά: αναζητώντας πάντα κάτι πιο πέρα. Beyond.
Ισως να είναι τελικά αυτή η αποκαλυπτική ένταση που προσφέρει άρρητους τρόπους να συνδεθούμε με τις αγωνίες μας, να αντλήσουμε δύναμη και έμπνευση για την καθημερινή μας πράξη, τη σκέψη και τις ανάγκες μας – να μας αποκαλύπτει εαυτό. Κι όλα αυτά παρακολουθώντας μια συναυλία, αντιμετωπίζοντας τη συναυλία ως τελετουργία, αποδεχόμενοι ότι μπορεί και να μας αλλάξει. Ενας ακόμα βοηθητικός χρησμός ίσως να κρύβεται στην ποίηση του Τ. Σ. Ελιοτ – ότι δεν πρόκειται για τον βίο ενός ανθρώπου μονάχα, μα των αρχαίων λιθαριών που είναι αδύνατον κανείς να αποκρυπτογραφήσει.
