ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

(Ηταν ένα βροχερό έως πολύ πιο βροχερό βράδυ. Τα μπουμπουνητά έδιναν κι έπαιρναν. Τα τζάμια έτριζαν και τα ζωντανά έτρεμαν. Η καταιγίδα σάρωσε κάδους, πήρε αυτοκίνητα, πλημμύρισε σπίτια. Οχι όμως τα δικά τους. Τα δικά τους είχαν κουφώματα και τζάμια Schüco – premium brand. Τα δικά τους ήταν ψηλά, δεν ακουμπούσαν στο έδαφος. Ακόμα και τα αυτοκίνητά τους ήταν ψηλά, καθώς είχαν ειδικό ανελκυστήρα να ανεβάζει τη Φεράρι στο υπνοδωμάτιο – κι όμως γίνεται! Οπότε δεν κατάλαβαν ούτε τη βροχή ούτε την μπόρα. Κατάλαβαν απλώς πως είχε ακυρωθεί το γεύμα στη «Μεγάλη Βρεταννία». Και αυτό ήταν από μόνο του ακόμη μία βαρετή, πολύ βαρετή είδηση)

● Οχι, όχι, όχι… νομίζω αυτό δεν θα τ’ αντέξω!

● Ποιος είναι; Νινέττα μου εσύ;

● Ποιος άλλος έχει τόση άμεση επαφή με τα συναισθήματά του; Φυσικά εγώ είμαι Βιργινία μου!

● Μα τι σου συνέβη;

● Κατ’ αρχάς βαριέμαι, γαμώτο… Και της είχα πει της Μαρέβας να τους σταματήσει ο γελοίος που πήγε και παντρεύτηκε. Σταμάτησε τις απεργίες. Σταμάτησε τις φωνασκίες και όλο αυτό το σούσουρο στους δρόμους από κάτι πολύχρωμους, με κάτι μαντίλες και κάτι πανό, που κάτι λέγαν για δικαιώματα και δικαιοσύνες και οξυγόνα και θυρεοειδείς – ποτέ δεν κατάλαβα τι ήθελαν ακριβώς. Σταμάτησε κάτι καρότσες που έκλειναν τους δρόμους και δεν μπορούσε να είναι στην ώρα της η Λουζ, η Φιλιππινέζα μου και αναγκάστηκα και έβγαλα εγώ τον Φλοξ προχθές.

Εγώ! Το καταλαβαίνεις; Εσκυψα και μάζεψα ώς και τα κακά του – μα είναι δυνατόν να χέζει το δικό μου πεκινουά σε δρόμους δίχως ειδική ονομασία προέλευσης; Γιατί να το υποστώ εγώ αυτό;… Είμαι πολύ ταραγμένη, πολύ ταραγμένη. Της είπα, που λες: Μαρέβα μου, αφού τα σταμάτησε όλα αυτά, γιατί δεν σταματά και κάτι που τα λένε… βιβλία; Ανθρώπους που διαβάζουν; Νομίζω πως άκουσα και κάτι για Αριστερά, αλλά είχα χρόνια ν’ ακούσω τη λέξη και δεν είμαι σίγουρη. Θυμάσαι, τότε που ο μικρός μου και καλά έκανε την επανάστασή του και είχε μπλέξει με κάτι αναρχοάπλυτους – ω θεέ μου, τι είχαμε περάσει! Δεν είχε προλάβει να έρθει ο πατέρας του από Νέα Υόρκη, δεν είχε προλάβει καν να στεγνώσει το μανό, πολύ καλή η Ματούλα, αλλά είναι αργή – θα την άλλαζα, αλλά πού να βρεις νυχού πριν από τα ρεβεγιόν… τι έλεγα; Α, ναι. Που με μισοβαμμένο νύχι και τον άλλο με τζετ λαγκ τρέχαμε μες στις νύχτες να μαζέψουμε τον Εμμανουήλ, από κάπου… Εξάρχεια τα έλεγαν!

Το ‘ξερες εσύ ότι έχουμε κάτι Εξάρχεια δίπλα στο Κολωνάκι; Καλέ έχει σύνορα το Κολωνάκι; Δεν έχω βγει ποτέ. Περπατώντας; Οχι ποτέ. Συνορεύουμε, σου λέω, αλήθεια. Δεν χώραγε η Μερσεντές να στρίψει. Ενα δράμα ήταν εκείνο το βράδυ, ένα δράμα… Αλλά τίποτα μπροστά στο προχθεσινό. Να σκάσω είμαι – είναι κι αυτή η ενεργειακή αναδιατομή της εσωτερικής μου νευροαναισθησίας που κάνω με τον Μαρκ και μου έχει βγάλει όλο το συναίσθημα στην επιφάνεια! Ηταν απόγευμα. Με πετάει ο σοφέρ ώς του Ζόναρς, αφού είχα περάσει λίγο από Βουκουρεστίου γιατί ένιωθα μια εσωτερικευμένη εξάντληση και του λέω: «Μαρκ, ώς εδώ. Λίγο Dior, να πάρω μια ανάσα!». Τον άφησα στην κρεβατοκάμαρα και βγήκα.

Μια πασμίνα κασμίρ έριξα μόνο επάνω μου – την Hermes τη ματζέντα, ξέρεις, το αγαπημένο μου χρώμα: έντονο ροζ-μοβ, χρώμα εξουσίας και εξωστρέφειας. Και ξαφνικά, εκεί που κάθομαι να πιω έναν απλό μακιάτο, αρχίζουν και κατεβαίνουν κάτι χουφταλογέροντες, κάτι πασουμάτες με αμπέχονα, αντάριασα! «Η κατάληψη της Βαστίλης», φωνάζω και έκανε αμάν και τι ο Παύλος, το γκαρσόνι, να με συνεφέρει με τα άλατα… Ακουγα τις κοιλιές τους να γουργουρίζουν και τα στόματά τους να φωνάζουν «Αλέξη, Αλέξη». Μέχρι και να δουλέψεις θα σε βάλουν αυτοί, να μου το θυμηθείς! Είδα και κάποιους δικούς μας. Δεν πάνε καλά τα πράγματα. Γι’ αυτό σου λέω: Κανόνισε με Μαρέβα. Να πει στον άλλο τον άχρηστο να κάνει κάτι. Τόσα λεφτά τού δίνουμε. Οχι ότι με νοιάζει, αλλά καταλαβαίνεις – είναι θέμα… κανονικότητας.