Ο Γ. Χουλιαράκης σε άρθρο του («Καθημερινή», 7.12) δηλώνει «βασικός εισηγητής και εφαρμοστής» των υπερπλεονασμάτων. Η δήλωση αυτή διαφέρει από την επίσημη αιτιολόγηση διά του πρ. υπουργού Ε. Τσακαλώτου σε πλείστες ευκαιρίες: «Θα μπορούσε το μαξιλάρι να ήταν μικρότερο αν δεν είχαμε υπερπλεονάσματα, όμως εκεί την κύρια ευθύνη την έχουν οι θεσμοί που υποεκτιμούσαν την απόδοση των μέτρων που παίρναμε και στο τέλος της χρονιάς υποεκτιμούσαν το πιθανό αποτέλεσμα στο πρωτογενές πλεόνασμα» (24.07.22).
Τι από τα δύο ισχύει; Τα υπερπλεονάσματα ήταν εισήγηση και εφαρμογή από το εσωτερικό της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ή εξαναγκασμός από τους θεσμούς που η κυβέρνηση επεδίωκε να αποφύγει; Το ζήτημα είναι εξαιρετικά σοβαρό.
Ο πίνακας αποτυπώνει τα πλεονάσματα σε σχέση με το Μεσοπρόθεσμο Σαμαρά – Βενιζέλου και τη Συμφωνία του Ιουλίου του 2015, με βάση αναθεωρημένα στοιχεία της Eurostat:
Το επιχείρημα του Γ. Χ. είναι ότι η «υπεραπόδοση λειτούργησε ως σήμα της ικανότητας της Ελλάδας να επιτυγχάνει υψηλά πλεονάσματα» και «συνέβαλε στη σημαντική μείωση του κόστους δανεισμού από το 2017 και εξής», ενώ μέχρι τότε «οι διεθνείς αγορές παρέμεναν επιφυλακτικές ως προς την ικανότητά της να επιτυγχάνει πλεονάσματα της τάξης του 3,5%» ή και «να υπερβεί πλεονάσματα της τάξης του 1,5%». Αν διατηρούνταν οι «αμφιβολίες, το κόστος δανεισμού δεν θα αποκλιμακωνόταν εγκαίρως και το τρίτο πρόγραμμα θα κινδύνευε με αποτυχία».
Εφόσον «από το 2017 και εξής» είχαν αρθεί οι αμφιβολίες των αγορών όπως φάνηκε από τη «σημαντική μείωση του κόστους δανεισμού», γιατί συνεχίστηκαν τα υπερπλεονάσματα το 2017-19; Σε περίπτωση υπερπλεονάσματος υπάρχει η δυνατότητα εγγραφής της δαπάνης στο τρέχον και μετάθεσης πληρωμής στο επόμενο δημοσιονομικό έτος. Αν το πρόβλημα ήταν οι διεθνείς επιφυλάξεις για τη δυνατότητα διατήρησης πλεονασμάτων άνω του 1,5% ή της τάξης του 3,5%, σε τι ακριβώς βοήθησαν τα τερατώδη πλεονάσματα κοντά ή άνω του 4%; Ηταν «εισήγηση και εφαρμογή», εξαναγκασμός ή αστοχία στην εκτέλεση προϋπολογισμού; Αυτά είναι τρία διαφορετικά πράγματα.
Βασική προγραμματική θέση ΣΥΡΙΖΑ και τότε και μετά το 2019 ήταν ότι «δεν είναι εφικτά τα πλεονάσματα συγχρόνως με τους στόχους της ανάπτυξης γιατί στερούν βασικούς πόρους που έχει ανάγκη η κοινωνία» (Τσακαλώτος, 8.5.14). Ηταν ορθή ή λάθος; Το βασικό επιχείρημα υπέρ της Συμφωνίας του Ιουλίου του 2015 για «δραματικά μικρότερα πλεονάσματα από αυτά της προηγούμενης κυβέρνησης, με αποτέλεσμα τα απαιτούμενα μέτρα να είναι χαμηλότερα κατά 20 δισ.» (Αλ. Τσίπρας, 20.8.15) αναθεωρήθηκε και πότε;
Για τον Γ. Χ. ο δεύτερος λόγος που η «υπεραπόδοση είχε στρατηγική σημασία για τη χώρα ήταν η συμβολή της στη δημιουργία επαρκούς ταμειακού αποθεματικού» που «επέτρεψε στη χώρα να επιστρέψει στις διεθνείς αγορές με ασφάλεια και εξακολουθεί να λειτουργεί ως προστατευτική δικλίδα». Απορία: ένα σημαντικά μικρότερο μαξιλάρι δεν ήταν εξίσου επαρκές; Ο Γ. Δραγασάκης έλεγε το 2023 ότι «αν έπρεπε να είναι 37 ή 30, αυτό είναι ένα θέμα συζήτησης». Επειδή ο Γ. Χ. προτρέπει να στηριζόμαστε σε «αυστηρές αναλυτικές προτάσεις ή εμπειρικά δεδομένα», υπάρχει έγγραφο των θεσμών ή κάποια μελέτη ότι με 25,5 δισ. δεν θα επιστρέφαμε στις αγορές με ασφάλεια ή δεν δέχονταν ρύθμιση του χρέους; Πολιτικά δεν θα παρέμενε ισχυρό το αφήγημα για τα γεμάτα ταμεία που άφησε ο ΣΥΡΙΖΑ;
Μετά το διάλειμμα της πανδημίας η κυβέρνηση Μητσοτάκη συνέχισε την ίδια πολιτική υπερπλεονασμάτων. Στο φετινό συνέδριο του Economist στις 5/9 ο Α. Τσίπρας διαπίστωνε «τερατώδη πλεονάσματα» για το 2024-25. Το ταμειακό αποθεματικό έφτασε τα 46 δισ. στις 30/9. Απλώς «λειτουργεί ως προστατευτική δικλίδα» ή υπάρχει όντως κάτι τερατώδες στην οικονομική διαχείριση;
Εχω αρθρογραφήσει άλλες φορές για το μαξιλάρι, με αρχή το «Περί μαξιλαριού» στο «Documento» στις 27/9/21. Ο λόγος είναι ότι τα τουλάχιστον 10,5 δισ. «υπεραπόδοσης» που αλλιώς θα παρέμεναν ή επέστρεφαν στην πραγματική οικονομία δεν είναι μικρό ποσό, δεν είναι λεπτομέρεια, αλλά επιβάρυναν μια ήδη επιβαρυμένη κοινωνία και ανάπτυξη και καθόρισαν πολιτικές εξελίξεις.
Μερικές ακόμα απορίες: Εφόσον στόχος των υπερπλεονασμάτων ήταν η εμπιστοσύνη των αγορών, εξετάστηκαν έστω εκ των υστέρων οχήματα επιστροφής τους στην πραγματική οικονομία; Οι κρατικές εγγυήσεις 21 δισ. για το σχέδιο «Ηρακλής» επί Μητσοτάκη που απάλλαξε τις τράπεζες υπέρ των funds και σε βάρος των οφειλετών ήταν ένα (κακό) παράδειγμα αξιοποίησης του μαξιλαριού.
Ισχύει ότι ένα υπέρμετρα παχυλό μαξιλάρι ήταν σε τελική ανάλυση για τις τράπεζες ό,τι και η πιστοληπτική γραμμή που υποστήριζε ο κ. Στουρνάρας; Το υπερβάλλον μαξιλάρι ήταν για το καλό της χώρας ή επιθυμία τραπεζιτών; Ισχύει ότι τα στελέχη του οικονομικού επιτελείου 2015-19 που υπερθεματίζουν για τα υπερπλεονάσματα, υπερθεμάτισαν και για τον «Ηρακλή»;
