Τo τέλος του κλεισίματος της ομοσπονδιακής κυβέρνησης των ΗΠΑ βρίσκει την πλειοψηφία των Αμερικανών λίαν δυσαρεστημένους για τους χειρισμούς του Ντόναλντ Τραμπ στην οικονομία.
Οι υποσχέσεις του Αμερικανού προέδρου για επέκταση της εγχώριας παραγωγής, ανασύσταση βασικών βιομηχανιών και αύξηση της απασχόλησης απέχουν μακράν από την πραγματοποίησή τους παρά τους τεράστιους δασμούς στα εισαγόμενα αγαθά.
Η αγορά εργασίας, μετά τη στασιμότητα των τελευταίων μηνών, δείχνει ότι πλέον εισέρχεται σε καθοδική τροχιά. Οι επιχειρήσεις πραγματοποίησαν τον προηγούμενο μήνα 153.000 περικοπές θέσεων εργασίας, τις περισσότερες για τον μήνα Οκτώβριο από το 2003. Από την ορκωμοσία του Τραμπ, τον περασμένο Ιανουάριο, οι εταιρείες έχουν ανακοινώσει συνολικά πάνω από 1,1 εκατομμύριο περικοπές θέσεων εργασίας. Πρόκειται για αριθμό ο οποίος, σύμφωνα με τους ειδικούς, συνιστά επίπεδο ύφεσης και είναι συγκρίσιμος με τους αντίστοιχους των μαζικών απολύσεων που έγιναν μετά την κατάρρευση των εταιρειών dotcom στις αρχές της δεκαετίας του 2000, την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 και την έναρξη της πανδημίας Covid-19 το 2020.
Ο τεράστιος αριθμός απολύσεων υποδεικνύει, σύμφωνα με τους παραπάνω, ότι η οικονομία εισέρχεται σε νέο έδαφος. Οι περικοπές πλήττουν κυρίως τον τομέα της υψηλής τεχνολογίας, οι μετοχές του οποίου όμως συνεχίζουν καλπάζουν προς τέρψιν των μετόχων. Από την πλευρά τους, όσοι απολύονται τον τελευταίο καιρό -ελέω και της εξάπλωσης της τεχνητής νοημοσύνης- δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν γρήγορα έναν νέο εργασιακό ρόλο, γεγονός που θα μπορούσε να επιδεινώσει ακόμη περισσότερο τις συνθήκες στην αγορά εργασίας.
Εν τω μεταξύ το τίμημα των δασμών στις ΗΠΑ το πληρώνουν κατά κύριο λόγο οι καταναλωτές, οι οποίοι βλέπουν καθημερινά τις τιμές να αυξάνονται και τον μισθό τους να εξαντλείται πριν τελειώσει ο μήνας. Το κόστος ζωής καθίσταται δυσβάσταχτο και ένας στους 8 Αμερικανούς προσφεύγει πλέον στα κουπόνια σίτισης προκειμένου να έχει φαγητό. Διόλου τυχαία η τελευταία έρευνα καταναλωτικής εμπιστοσύνης του Πανεπιστημίου του Μίτσιγκαν έδειξε πτώση 6% τον Νοέμβριο σε σχέση με τον Οκτώβριο, στο δεύτερο χαμηλότερο επίπεδό της από το 1978. Η συρρίκνωση της εμπιστοσύνης ήταν εκτεταμένη σε όλο τον πληθυσμό, σε όλες τις ηλικίες, εισοδήματα και πολιτικές πεποιθήσεις, με μοναδική εξαίρεση τους καταναλωτές που κατέχουν μεγάλα χαρτοφυλάκια μετοχών.
Η εκτεταμένη απογοήτευση και δυσαρέσκεια του κόσμου αποτυπώθηκε πλήρως σε νέα δημοσκόπηση του AP-NOR, η οποία έφερε τις προηγούμενες ημέρες το 67% των Αμερικανών να αποδοκιμάζει τους χειρισμούς του Τραμπ στην οικονομία. Η δυσαρέσκεια εκφράστηκε και στα αποτελέσματα των εκλογών της προηγούμενης εβδομάδας σε Νέα Υόρκη, Νιου Τζέρσεϊ και Βιρτζίνια, όπου οι Δημοκρατικοί υποψήφιοι σάρωσαν, αλλά και στα exit polls που έδειξαν ότι η οικονομία ήταν για ακόμη μια φορά το κύριο θέμα ανησυχίας των Αμερικανών ψηφοφόρων. Τα αποτελέσματα των τελευταίων, σύμφωνα με πρόσφατες δημοσκοπήσεις όπως η παραπάνω, ανέδειξαν τη δυσαρέσκεια του κοινού για την αδυναμία του Τραμπ να τηρήσει την υπόσχεση του μείωσης του κόστους διαβίωσης.
Ο Τραμπ, που στους προηγούμενους μήνες υποβάθμιζε τις ανησυχίες του κόσμου για το κόστος ζωής, επιμένοντας ότι οι προοπτικές έχουν βελτιωθεί στη διάρκεια των περίπου 10 μηνών που κυβερνά, αναγκάστηκε να αλλάξει τροπάρι, πουλώντας για ακόμη μια φορά… φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Ανακοίνωσε την καταβολή μερίσματος 2.000 δολαρίων από τα έσοδα των δασμών σε όλους τους Αμερικανούς εκτός αυτών που έχουν υψηλό εισόδημα. Το υπόλοιπο των δασμολογικών εσόδων, όπως ανακοίνωσε, θα διατεθεί για τη μείωση του ελλείμματος του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού.
Νούμερα…
Το μέτρο χλευάστηκε από τους περισσότερους οικονομολόγους και ειδικούς σε θέματα προϋπολογισμού αφού τα νούμερα του Τραμπ δεν βγαίνουν. Οι δασμοί φέρνουν έσοδα – 195 δισ. δολάρια στο οικονομικό έτος που έληξε στις 30 Σεπτεμβρίου, αυξημένα κατά 153% από τα 77 δισεκατομμύρια δολάρια στο οικονομικό έτος 2024. Ωστόσο, εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 4% των ομοσπονδιακών εσόδων και έχουν κάνει ελάχιστα για να μειώσουν το έλλειμμα του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού, που στο οικονομικό έτος 2025 αγγίζει τα 1,8 τρισ. δολάρια.
Η ευρύτερη εκτίμηση είναι ότι οι δασμοί θα φέρουν έσοδα 200-300 δισ. δολαρίων ετησίως. Ομως η καταβολή μερίσματος 2.000 δολαρίων σε όλους τους Αμερικανούς που δεν έχουν υψηλά εισοδήματα (περίπου 300 εκατομμύρια συμπεριλαμβανομένων των παιδιών) θα κόστιζε 600 δισεκατομμύρια δολάρια. Τα έσοδα των δασμών δεν επαρκούν ούτε για να πληρωθούν όλοι οι δικαιούχοι αλλά ούτε για κλείσει η τεράστια τρύπα του προϋπολογισμού, όπως λέει ο Τραμπ.
Δεν είναι το μοναδικό πυροτέχνημα που πέταξε ο Αμερικανός πρόεδρος. Υποσχέθηκε την προώθηση 50ετών στεγαστικών δανείων – μια εναλλακτική λύση στα 30ετή στεγαστικά δάνεια που είναι στάνταρ για τις αγορές κατοικιών στις ΗΠΑ. Ο Τραμπ λέει ότι αυτό θα διευκολύνει την αγορά κατοικίας. Ωστόσο η ιδέα του απορρίπτεται ακόμη και από μέλη του κόμματός του, τα οποία επισημαίνουν ότι ένα τέτοιο μέτρο ανταμείβει τράπεζες, δανειστές στεγαστικών δανείων και κατασκευαστές κατοικιών, ενώ οι πολίτες θα πληρώνουν πολύ περισσότερα σε τόκους με την πάροδο του χρόνου… πεθαίνοντας συνήθως πριν καν αποπληρώσουν το σπίτι τους.
