Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δίπλα στον αυτοκινητόδρομο R107 του Κοσσυφοπεδίου, σε ένα τοπίο με πλυντήρια αυτοκινήτων και καταστήματα μαρμάρου που μυρίζουν ξύδι, το μέλλον συσκευάζεται σε μια συνεταιριστική μονάδα παραγωγής άιβαρ, μιας πάστας από ψητές κόκκινες πιπεριές. Αυτό το εργοστάσιο κονσερβών βρίσκεται στο Krushë e Madhe, ή αλλιώς Βελίκα Κρούσα, ένα αγροτικό χωριό στο δυτικό Κόσοβο, και ιδρύθηκε από τη Φαρίγε Χότι και άλλες χήρες σαν κι αυτή με την υποστήριξη διαφόρων διεθνών οργανώσεων. Με πάνω από 140 χήρες πολέμου σε έναν δήμο μόλις 3.000 κατοίκων, ο τόπος είναι γνωστός ως το χωριό των χηρών του πολέμου. 

Τρεις γυναίκες ντυμένες στα μαύρα, με μία από αυτές στο τιμόνι, κατεβαίνουν από ένα όχημα λίγα μέτρα μακριά από το εργοστάσιο. Εξηγούν ότι υπάρχουν πολλές χήρες στο χωριό, «και στο διπλανό». Από τον Φεβρουάριο του 1998 ως τον Δεκέμβριο του 2000, πάνω από 13.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν ή εξαφανίστηκαν στον πόλεμο του Κοσσυφοπεδίου, όταν η εθνοτική σύγκρουση μεταξύ Σέρβων και Αλβανοκοσσοβάρων οξύνθηκε στο τελευταίο στάδιο διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας. Από αυτούς, πάνω από 10.000 ήταν Αλβανοκοσσοβάροι, περίπου 2.000 Σέρβοι και οι υπόλοιποι Ρομά και Βόσνιοι, σύμφωνα με στοιχεία του Κέντρου Ανθρωπιστικού Δικαίου του Κοσσυφοπεδίου. Η σεξουαλική βία χρησιμοποιήθηκε μαζικά ως πολεμικό όπλο. Τι θα μπορούσε να γίνει για τις επιζώσες και τι διδάγματα αφήνει για άλλες συγκρούσεις;

Ανέχεια, τραύμα και προκαταλήψεις

«Περάσαμε τόσα πολλά και έμεινα μόνη με επτά ορφανά», λέει με τρεμάμενη φωνή η Μεραντίγε Ραμαντάνι, κάτοικος του Krushë e Madhe. «Μετά αναγκαστήκαμε να φύγουμε, λόγω της σερβικής κατοχής που μας κατέστρεψε: εμάς, τα σπίτια μας και όλα μας τα υπάρχοντα», εξηγεί. «Ευτυχώς, η Αλβανία μάς άνοιξε τις πόρτες της», συνεχίζει. «Μετά επιστρέψαμε».

Έχουν περάσει 26 χρόνια από τη δολοφονία του συζύγου της Μεραντίγε Ραμαντάνι και 25 χρόνια από την επιστροφή της στο Κοσσυφοπέδιο: «Όταν επιστρέψαμε δεν βρήκαμε τίποτα όρθιο, όλα ήταν ισοπεδωμένα, καμένα, είχαν γίνει στάχτη, εντελώς κατεστραμμένα», εξηγεί. Θυμάται ότι τον πρώτο εκείνο χρόνο κοιμόντουσαν στο ύπαιθρο, «σε σκηνές, κάτω από πλαστικές τέντες, δεν είχαμε σπίτι για να κοιμηθούμε». Παρ’ όλα αυτά, συνέχισε να πηγαίνει τις κόρες της στο σχολείο: «Και ο σύζυγός μου και εγώ πάντα θέλαμε να σπουδάσουν και να γίνουν κάτι», διευκρινίζει. Σήμερα λέει ότι νιώθει περήφανη: «Τις σπούδασα, τις πάντρεψα και έχω 17 εγγόνια», δηλώνει. «Και οι επτά έχουν δουλειά».

Τη νύχτα της 24ης Μαρτίου 1999, το ΝΑΤΟ ξεκίνησε μια σειρά βομβαρδισμών εναντίον των σερβικών δυνάμεων. Ήταν η πρώτη φορά που το έκανε χωρίς εντολή του ΟΗΕ και με τη συμμετοχή Γερμανών στρατιωτών. Την επόμενη μέρα, το απόγευμα της 25ης Μαρτίου 1999, οι παραστρατιωτικοί και ο σερβικός στρατός κατοχής εισέβαλαν στο Krushë e Madhe και πήραν τους άντρες, ως αντίποινα.

«Δάσκαλος, δάσκαλος, δάσκαλος…», λέει ο Ιρφόν Ραμαντάνι, δείχνοντας, το ένα μετά το άλλο, τα πορτρέτα που εκτίθενται στο μουσείο της σφαγής του Krushë e Madhe. Ο Ραμαντάνι ήταν οκτώ ετών όταν έγινε η σφαγή: «Χώρισαν τις γυναίκες από τη μία πλευρά και τους άνδρες και τα παιδιά από την άλλη και τους πήραν», θυμάται, καθώς περπατά στο μουσείο όπου είναι τώρα ξεναγός. Στις βιτρίνες υπάρχουν επιστολές, ρούχα, γυαλιά και βιβλία των δολοφονημένων γειτόνων. Ανάμεσά τους, ένα λασπωμένο σακίδιο. «Ακόμα και σε καιρό πολέμου δεν αποχωριζόταν ποτέ το σακίδιό του και τα βιβλία του», αναγράφονται δίπλα στο αντικείμενο τα λόγια της μητέρας ενός 17χρονου νεαρού που ήθελε να γίνει γιατρός.

Το καλοκαίρι του 1999, η Χότι επέστρεψε στο ερειπωμένο χωριό, μόνη, με τα δύο της παιδιά: την τρίχρονη Σαμπίνα και τον Ντρίλον μωρό. Υπήρχαν πολλές γυναίκες στην ίδια κατάσταση που αντιμετώπιζαν μια διπλή πρόκληση. Από τη μία, το πένθος για το θάνατο των συζύγων τους και, από την άλλη, τις κοινωνικές προκαταλήψεις για το γεγονός ότι ανέλαβαν ένα ρόλο που προορίζονταν για τους άντρες. Η Χότι άρχισε να πουλάει άιβαρ και μέλι στους γείτονες και οργανώθηκε με άλλες γυναίκες. Σήμερα ο συνεταιρισμός της απασχολεί πάνω από 60 χήρες και η ιστορία της μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με την ταινία Zgjoi (Κυψέλη). Ωστόσο, οι περισσότερες από αυτές δεν κατάφεραν να ανοίξουν μια επιχείρηση.

«Η ζωή ήταν εξαιρετικά δύσκολη, ειδικά για τις χήρες, οι οποίες συχνά μου μιλούσαν για την κοινωνική υποκρισία: από τη μία τις έβαζαν σε βάθρο, τις τιμούσαν ως χήρες μαρτύρων, ως υπεύθυνες για την ανατροφή της επόμενης γενιάς αλλά ταυτόχρονα λάμβαναν πολύ λίγη υποστήριξη», υπενθυμίζει στην ισπανική El Confidencial η καθηγήτρια Χάνα Κίντσλερ, ανθρωπολόγος και συνδιευθύντρια του Κέντρου ESRC για την Κοινωνία και την Ψυχική Υγεία στο King’s College του Λονδίνου, η οποία εγκαταστάθηκε στο Krushë e Madhe μεταξύ 2007 και 2009 για να μελετήσει τις επιπτώσεις του πολέμου στην ψυχική υγεία των γυναικών που επέζησαν έχοντας βιώσει ακραία σκληρότητα. Από τότε, η Κίντσλερ επιστρέφει στο χωριό κάθε χρόνο —«εκτός από την περίοδο της πανδημίας», επισημαίνει.

Η Κίντσλερ αναφέρει ότι, εκείνη την εποχή, η σύνταξη χηρείας ήταν 62 ευρώ. «Ξέρετε τι μπορεί να αγοράσει κανείς στο Κοσσυφοπέδιο με αυτό το ποσό; Ένα μπουκάλι λάδι κοστίζει 2 ευρώ και ένα παντελόνι όσο και στη Γερμανία ή οπουδήποτε αλλού», αναφωνεί. Και με αυτό το ποσό έπρεπε να πληρώσουν την εκπαίδευση των παιδιών τους και, συχνά, να φροντίσουν και άλλα εξαρτώμενα μέλη της οικογένειας. «Αυτό δημιουργούσε και πάλι ακραίο άγχος», επισημαίνει. Το 2014, η κυβέρνηση του Κοσσυφοπεδίου εφάρμοσε ένα σύστημα αποζημιώσεων για διάφορες ομάδες πληγέντων από τον πόλεμο, το οποίο αυξήθηκε το 2025.

Στην ανέχεια και το τραύμα προστέθηκαν και οι κοινωνικές προσδοκίες: «Οι ίδιες ή τα παιδιά τους έπρεπε να μάθουν να οδηγούν τα τρακτέρ και, αφού έκαναν τη συγκομιδή, οι γυναίκες δεν μπορούσαν να την πουλήσουν οι ίδιες στην αγορά γιατί απλά εκείνη την εποχή οι γυναίκες δεν πουλούσαν πράγματα στην αγορά», θυμάται η Κίντσλερ. «Έτσι, συχνά έπρεπε να προσλαμβάνουν συγγενείς ή γείτονες για να πουλήσουν τις πιπεριές τους», προσθέτει.

Οι περισσότερες δεν μπορούσαν να ζήσουν μόνες τους. Μερικές γυναίκες έπρεπε ακόμη και να εγκαταλείψουν τα παιδιά τους. Για τους Αλβανοκοσσοβάρους, όπως και για άλλους λαούς των Βαλκανίων και του νότιου Καυκάσου, η οικογένεια είναι «πατροτοπική», δηλαδή όταν ένα ζευγάρι παντρεύεται, αναμένεται από τη σύζυγο και τον σύζυγο να μετακομίσουν στο σπίτι των γονιών του άντρα και θεωρείται ότι οι απόγονοι ανήκουν στην πατρική οικογένεια. Αυτό κάνει το σύστημα να είναι «οργανωμένο σύμφωνα με την πατρική γραμμή» και τα αγόρια να είναι απαραίτητα για τη διατήρηση της οικογένειας, εξηγεί μια έκθεση των Ηνωμένων Εθνών και της World Vision. Έτσι, ορισμένες χήρες αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στο σπίτι των γονιών τους, ενώ τα παιδιά τους ανατράφηκαν από τις πεθερές και τις κουνιάδες τους. Η Φλόρα, που χήρεψε σε ηλικία 24 ετών, ανέφερε σε μια έρευνα του Balkan Insight ότι η οικογένεια του συζύγου της την ανάγκασε να επιστρέψει στο σπίτι των γονιών της χωρίς την κόρη της, η οποία μεγάλωσε πιστεύοντας ότι ήταν θεία της.

«Αν μια γυναίκα χήρευε και ήθελε να επιστρέψει στο σπίτι των γονιών της, στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν υποχρεωμένη να εγκαταλείψει τα παιδιά της, οπότε πολλές χήρες συνέχιζαν να ζουν με τους πεθερούς τους», εξηγεί η Κίντσλερ. Και ενώ από τους χήρους αναμενόταν να βρουν σύντομα μια σύντροφο, για τις χήρες το να ξαναπαντρευτούν παρέμενε ταμπού. Το 2010 υπήρχαν 5.052 χήρες πολέμου στο Κοσσυφοπέδιο και μόνο 20 είχαν χάσει τη σύνταξη χηρείας επειδή είχαν ξαναπαντρευτεί (0,4%).

Για αυτόν τον λόγο, και επειδή οι περισσότερες δεν είχαν μακροπρόθεσμη οικονομική υποστήριξη, πολύ λίγες κατάφεραν να ανοίξουν τη δική τους επιχείρηση, «αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ήταν απίστευτα δυνατές», λέει η ανθρωπολόγος, που δακρύζει κατά τη διάρκεια της βιντεοκλήσης. Λέει ότι γυναίκες όπως η Ραμαντάνι κατάφεραν να σπουδάσουν τις έξι κόρες τους στο πανεπιστήμιο, «παρόλο που, στην αρχή, πολλοί από το χωριό δεν την υποστήριξαν».

«Πρέπει να μιλήσουμε για να καταπολεμήσουμε το στίγμα»

Και ενώ εξωτερικά πάλευαν ενάντια στις κοινωνικές προσδοκίες, μέσα τους τις κατάτρωγαν η ντροπή, ο πόνος και οι αναμνήσεις. Δεν ήταν εύκολο να μιλήσουν για το τραύμα. Στην έρευνά της, η Κίντσλερ το ονομάζει «η γλώσσα των συμπτωμάτων», αναφερόμενη στο γεγονός ότι, μερικές φορές, το να μιλάς για αυτά τα φρικτά γεγονότα είναι τόσο ενοχλητικό που αρκεί να πεις: «Μόλις το θυμήθηκα και τώρα έχω πονοκέφαλο ή πόνο στο στομάχι, για να καταλάβουν οι άνθρωποι τι εννοούσαν, γιατί όλες είχαν ζήσει παρόμοια πράγματα».

Ήταν 16 ετών όταν, στις 14 Απριλίου 1999, η Βασφίγιε Κρασνίκι απήχθη από έναν Σέρβο αστυνομικό, μεταφέρθηκε σε άλλο χωριό, βασανίστηκε και βιάστηκε από διάφορους άνδρες. Λέει ότι αυτό άλλαξε τη ζωή της για πάντα. Η Βασφίγιε ήταν από τα πρώτα άτομα που τόλμησαν να αναγνωρίσουν δημοσίως ότι είχαν υποστεί σεξουαλική βία κατά τη διάρκεια του πολέμου: «Θέλω ο κόσμος να καταλάβει ότι η δικαιοσύνη που καθυστερεί είναι δικαιοσύνη που δεν αποδίδεται», δηλώνει κατηγορηματικά η Βασφίγιε Κρασνίκι στην El Confidencial. Η Κρασνίκι προειδοποιεί ότι οι επιζώσες σεξουαλικής βίας σε καιρό πολέμου «χρειάζονται τόσο άμεση όσο και μακροπρόθεσμη στήριξη, όχι δεκαετίες σιωπής», και υπενθυμίζει ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να δράσουν γρήγορα για να αναγνωρίσουν τα θύματα, να παράσχουν ψυχολογική υποστήριξη και να παραπέμψουν τους δράστες στη δικαιοσύνη. Η Κρασνίκι πιστεύει ότι οι κοινωνίες πρέπει να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπουν τις επιζώσες: «Δεν είμαστε άξιες οίκτου ούτε σύμβολα ντροπής, είμαστε μάρτυρες της ιστορίας και το θάρρος μας μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη μελλοντικών φρικαλεοτήτων». Επομένως, «αν κάτι διδάσκει η ιστορία μου, είναι ότι η αλήθεια και η αξιοπρέπεια είναι ισχυρές μορφές δικαιοσύνης και ότι η σιωπή προστατεύει μόνο τους δράστες, ποτέ τις επιζώσες», προσθέτει.

Δύο σχεδόν δεκαετίες μετά το τέλος του πολέμου, τον Φεβρουάριο του 2018, οι αρχές του Κοσσυφοπεδίου καθόρισαν το ποσό των 230 ευρώ για τους επιζώντες σεξουαλικής βίας. Ωστόσο, λόγω του στίγματος που συνεπάγεται η αναγνώρισή τους ως επιζώντες κακοποίησης, μόνο 1.870 άτομα το ζήτησαν το 2023. Εκτιμάται ότι περίπου 20.000 γυναίκες και άνδρες υπέστησαν σεξουαλική βία ως πολεμικό όπλο.

Χήρες και μετανάστες από τη μια μέρα στην άλλη

Από την άλλη πλευρά της σύγκρουσης, εκτιμάται ότι περίπου 200.000 άμαχοι σερβικής και ρομά καταγωγής κατέφυγαν το 1999 από το Κοσσυφοπέδιο στη Σερβία. Μια έκθεση της Human Rights Watch του Αυγούστου 1999 περιέγραφε ένα «κύμα απαγωγών και δολοφονιών Σέρβων» από τα μέσα Ιουνίου του ίδιου έτους, συμπεριλαμβανομένης της σφαγής 14 Σέρβων αγροτών, ως εκδίκηση για τις φρικαλεότητες που διέπραξαν οι σερβικές δυνάμεις ασφαλείας πριν από την είσοδο του ΝΑΤΟ. Πολλοί από τους εκτοπισμένους ήταν γυναίκες.

«Αυτές οι γυναίκες έγιναν χήρες από τη μια μέρα στην άλλη και έπρεπε να αποδράσουν αμέσως στη Σερβία αναζητώντας καταφύγιο για τις ίδιες και τις οικογένειές τους –παιδιά, γονείς, συγγενείς κτλ.—, οπότε η χηρεία συνοδεύτηκε από τη μετανάστευση προς τη χώρα της εθνοτικής τους ομάδας, όπου σε πολλές περιπτώσεις δεν ήταν καλοδεχούμενες», εξηγεί στην El Confidencial η Σέρβα κοινωνιολόγος Μιριάνα Μπόμπιτς, συν-συγγραφέας της μελέτης «Σχετικά με τις χήρες ή σχετικά με μια κοινωνική αδικία» (2020). Αυτές οι χήρες πολέμου και μετανάστριες ανέλαβαν τον ρόλο οικονομικού στηρίγματος, «συχνά δουλεύοντας ως πωλήτριες, καθαρίστριες, σε ξυλουργεία, καφετέριες και ζαχαροπλαστεία», εξηγεί η Μπόμπιτς. Ορισμένες ήταν άρρωστες.

Έτσι, «καθώς το κράτος δεν ήταν ιδιαίτερα αλληλέγγυο, οι περισσότερες ήταν εξαρτημένες από συγγενείς και φίλους που είχαν αποδράσει μαζί τους», επισημαίνει η Σέρβα κοινωνιολόγος. Λέει ότι το κράτος δεν ήταν συνηθισμένο να υποδέχεται τόσους πολλούς πρόσφυγες σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα από την Κροατία και τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη –ο αριθμός τους ξεπερνούσε τους 600.000, σύμφωνα με την απογραφή προσφύγων που πραγματοποίησε η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες. Επιπλέον, όσες δεν εργάζονταν δεν μπορούσαν να λάβουν σύνταξη από το σερβικό κράτος πριν από την ηλικία των 45 ετών. Επομένως, το μόνο εισόδημά τους προερχόταν από επιδόματα ή επιχορηγήσεις που δίνονταν στα παιδιά τους, βασισμένα στην απόδειξη ότι ο πατέρας τους είχε πεθάνει ή αγνοούνταν στον πόλεμο, εξηγεί η Μπόμπιτς. Και «αυτό σήμαινε την επιστροφή στα εδάφη που είχαν εγκαταλείψει, την αναζήτηση λειψάνων και την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων».
Το πλαίσιο αλλάζει, αλλά σε κάθε μεταπολεμική περίοδο οι μηχανισμοί κοινωνικής, οικονομικής και ψυχολογικής στήριξης είναι απαραίτητοι για την αντιμετώπιση τόσο του τραύματος όσο και της ανέχειας. Μόνο στην Ουκρανία, εκτιμάται ότι υπάρχουν ήδη δεκάδες χιλιάδες χήρες πολέμου.

Πρώτη δημοσίευση: elconfidencial

*Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος PULSE, στο οποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Συνεργάστηκαν: El Confidencial – Ισπανία (Lola García-Ajofrín), HotNews.ro – Ρουμανία (Sebastian Pricop), Apache – Βέλγιο (Annick Hus). H-Alter – Κροατία (Marina Kelava), Voxeurop – Γαλλία (Sarah Rost), Der Standard – Αυστρία (Kim Son Hoang), Mediapool.bg – Βουλγαρία (Martina Bozukova)