Αθελά της, ίσως, η πρόσφατη δημόσια παρέμβαση της ΕΣΗΕΑ με την οποία ζητήθηκε από τον Αλέξη Τσίπρα να διαθέσει μέρος της αμοιβής του από το επικείμενο βιβλίο του για την αποπληρωμή των απλήρωτων δημοσιογράφων της Αυγής και του Κόκκινου, άνοιξε ένα ευρύτερο και ουσιαστικό πολιτικό ζήτημα: μέχρι πού εκτείνεται η προσωπική ευθύνη των ηγετών των κομμάτων για τις οικονομικές πράξεις των τελευταίων;
Το ερώτημα είναι πολύ ευρύτερο και στη χώρα μας, ειδικά λόγω των τεράστιων κομματικών χρεών ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, θέτει το ζήτημα της πολιτικής λογοδοσίας μέσω οικονομικής ευθύνης. Αν ένα κόμμα, ως εργοδότης ή δανειολήπτης, αφήνει πίσω του χρέη, απλήρωτους εργαζόμενους και υποχρεώσεις προς τρίτους, ποιος τελικά ευθύνεται; Το ανώνυμο «κόμμα» ως νομικό πρόσωπο ή οι «επώνυμοι» που το διοικούν;
1. Το θεσμικό πλαίσιο: πολιτική ελευθερία και νομική αυτοτέλεια
Το άρθρο 29 του Συντάγματος κατοχυρώνει την ελευθερία ίδρυσης και λειτουργίας πολιτικών κομμάτων, ορίζοντας ότι η δράση τους «πρέπει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος». Οι τυπικοί νόμοι για τη χρηματοδότηση των κομμάτων συμπληρώνουν το πλαίσιο, ρυθμίζοντας τις πηγές εσόδων, τις κρατικές επιχορηγήσεις και τους ελέγχους από την αρμόδια Επιτροπή της Βουλής.
Ωστόσο, το Σύνταγμα και ο τυπικός νόμος σιωπούν σε ένα κρίσιμο σημείο: ποιος φέρει ευθύνη για την οικονομική διαχείριση; Τα κόμματα θεωρούνται νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου: διαθέτουν, δηλαδή, δική τους περιουσία, λογαριασμούς, συμβάσεις και υποχρεώσεις. Έτσι, όπως κάθε ΝΠΙΔ, ευθύνονται τα ίδια –, όχι τα φυσικά πρόσωπα που τα εκπροσωπούν.
Η διάκριση αυτή εξυπηρετεί, σωστά καταρχήν, τη συνταγματική αρχή της πολιτικής αυτονομίας: δεν πρέπει να αποθαρρύνεται κανείς από τη συμμετοχή του στην πολιτική λόγω φόβου προσωπικής οικονομικής έκθεσης. Όμως η ίδια αυτή ρύθμιση έχει οδηγήσει σε μια παράδοξη ασυλία: κόμματα που διαχειρίστηκαν εκατομμύρια ευρώ δημόσιου χρήματος και τραπεζικού δανεισμού έχουν πτωχεύσει ή ουσιαστικά αδυνατούν να πληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, χωρίς κανείς να λογοδοτεί.
2. Από την πολιτική ευθύνη στη διαχειριστική υποχρέωση
Η προσωπική ευθύνη δεν είναι συνταγματικά απαγορευμένη. Αντιθέτως, όταν ένα φυσικό πρόσωπο ασκεί διαχείριση περιουσίας τρίτου, ισχύουν οι γενικοί κανόνες του αστικού δικαίου (άρθρα 714 επ. Αστικού Κώδικα): ο διαχειριστής οφείλει να ενεργεί «με την επιμέλεια του συνετού ανθρώπου» και ευθύνεται για κάθε ζημία που προξενεί από δόλο ή βαριά αμέλεια. Ο Πρόεδρος ενός κόμματος και η «εκτελεστική» του επιτροπή εκτελούν διαχείριση. Υπογράφουν συμβάσεις, εγκρίνουν δαπάνες, λαμβάνουν δάνεια, διορίζουν ταμίες, διαπραγματεύονται με τράπεζες. Οι πράξεις αυτές, εφόσον προκαλούν ζημία ή αδυναμία εκπλήρωσης υποχρεώσεων, γεννούν ευθύνη όχι μόνο πολιτική αλλά και νομική.
Η έκδοση ακάλυπτων επιταγών ή η ανάληψη δανείων χωρίς επαρκή εξασφάλιση μπορούν να στοιχειοθετήσουν ακόμη και ποινικά αδικήματα, όπως η απιστία.
Άρα το πρόβλημα δεν είναι η ανυπαρξία νομικών εργαλείων, αλλά η μη εφαρμογή τους στους πολιτικούς φορείς. Εκεί όπου η κοινή επιχείρηση ή το σωματείο θα έβλεπαν τους διαχειριστές τους να οδηγούνται σε δικαστική λογοδοσία, τα κόμματα προστατεύονται από μια άτυπη πολιτική ασυλία.
3. Η ασυλία των (συστημικών) κομμάτων ως στρέβλωση της πολιτικής ισότητας
Η ασυλία αυτή δεν είναι απλώς θεσμικό προνόμιο, είναι και παράγοντας ανισότητας στο ίδιο το πολιτικό σύστημα.
Όταν ένα μεγάλο κόμμα μπορεί να συσσωρεύει «κόκκινα» δάνεια δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ και να συνεχίζει απρόσκοπτα να λαμβάνει κρατική επιχορήγηση, ενώ ένα μικρό κόμμα ή ένας νέος πολιτικός φορέας οφείλει να λειτουργεί χωρίς πρόσβαση σε πίστωση, δημιουργείται ένα ολιγαρχικό καθεστώς πλεονεκτημάτων.
Η επίκληση της συνταγματικής ελευθερίας ίδρυσης κομμάτων (άρθρο 29) για να προστατευθεί η ανευθυνότητα των διαχειριστών τους είναι αντιφατική: η ίδια ελευθερία προϋποθέτει ισότιμη μεταχείριση και θεσμική διαφάνεια, όχι ασυλία.
Επομένως, η θεσμική εξαίρεση των κομμάτων από τους κανόνες διαχείρισης δεν κατοχυρώνει την ελευθερία τους, αντίθετα την υπονομεύει, γιατί ταυτίζει τη λειτουργία τους με τη δύναμη του χρήματος.
4. Η έννοια της πολιτικής λογοδοσίας
Η συζήτηση περί των οικονομικών των κομμάτων αγγίζει κάτι βαθύτερο: την ανάγκη να συνδεθεί ξανά η εξουσία με την ευθύνη.
Σε μια εποχή όπου οι κομματικές ηγεσίες λειτουργούν περισσότερο ως διοικητικά επιτελεία παρά ως συλλογικά σώματα, η διαχειριστική ευθύνη δεν μπορεί να είναι αφηρημένη. Οι πολίτες που βλέπουν ένα κόμμα να αφήνει απλήρωτους εργαζόμενους ή να αποπληρώνει δάνεια με κρατικές επιχορηγήσεις έχει δικαίωμα να ρωτά: ποιος υπέγραψε; ποιος αποφάσισε; ποιος θα λογοδοτήσει;
Η πολιτική λογοδοσία δεν σημαίνει να τιμωρείται ο αρχηγός με προσωπικά πρόστιμα ή κατασχέσεις, αλλά να θεσπιστεί ένα πλαίσιο συνυπευθυνότητας των οργάνων διοίκησης: ο πρόεδρος, ο γραμματέας, ο οικονομικός υπεύθυνος και η όποια «εκτελεστική» επιτροπή να λογοδοτούν από κοινού για τον ετήσιο οικονομικό απολογισμό, όπως συμβαίνει σε κάθε οργανισμό.
Προς την κατεύθυνση αυτή θα μπορούσαν να συμβάλλουν θεσμικές προτάσεις, όπως:
- Η υποχρεωτική δημοσιοποίηση ισολογισμών και δαπανών πρέπει να καταστεί πολύ πιο λεπτομερής. Οφείλει δε να φέρει υποχρεωτικά την υπογραφή του Προέδρου, του Γραμματέα και του οικονομικού υπευθύνου του κόμματος. Μέχρι σήμερα η δημοσιοποίηση κομματικών ισολογισμών φέρει την υπογραφή μόνον του τελευταίου.
- Η Επιτροπή Ελέγχου της Βουλής πρέπει να αντικατασταθεί από ανεξάρτητο θεσμικό όργανο με εξουσίες αντίστοιχες του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ώστε να υπάρχει πραγματικός οικονομικός έλεγχος και δυνατότητα κυρώσεων.
- Πρέπει να προβλεφτεί νομοθετικά ότι οι πράξεις δανεισμού, ανάθεσης έργου ή μισθοδοσίας των εργαζομένων θα φέρουν τουλάχιστον τρεις υπογραφές: του Προέδρου, του Γραμματέα και του Οικονομικού Υπευθύνου. Πρέπει να εξασφαλίζεται η συλλογική ευθύνη.
- Περιορισμός πρόσβασης στην κρατική χρηματοδότηση. Τα κόμματα να μην μπορούν να λαμβάνουν την κρατική χρηματοδότηση εάν δεν έχουν τουλάχιστον ρυθμισμένες τις οφειλές τους σε εργαζόμενους και τρίτους.
- Ποινική ευθύνη σε περιπτώσεις δόλου. Όπου αποδεικνύεται ότι διαχειριστές ενήργησαν εν γνώσει της αδυναμίας πληρωμής, να ενεργοποιούνται οι διατάξεις του Ποινικού Κώδικα περί απιστίας και απάτης. Δεν πρόκειται για περιορισμό της πολιτικής δράσης, αλλά για αποκατάσταση της ισονομίας. Κάτι ανάλογο με ό,τι πρέπει να ισχύει και με το Νόμο περί Ευθύνης Υπουργών.
- Συμπέρασμα: από την τυπική αυτονομία στη δημοκρατική ευθύνη
Η Ελλάδα είναι ίσως η μόνη χώρα της Ευρώπης όπου οι πολιτικοί οργανισμοί διαθέτουν (σωστά) τόσο αυστηρή νομική αυτοτέλεια, αλλά τόσο χαλαρή διαχειριστική ευθύνη.
Η πολιτική αυτονομία μετατράπηκε σε διοικητική ασυλία.
Η δημοκρατία, όμως, δεν μπορεί να λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά: άλλο για τους πολίτες και άλλο για εκείνους που τους κυβερνούν ή ζητούν την ψήφο τους. Αν ο μικροεπαγγελματίας που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή διώκεται ποινικά, δεν υπάρχει λόγος ο κομματικός ταμίας ή ο αρχηγός που υπογράφει δάνεια χωρίς αντίκρισμα να εξαιρείται.
Η μετάβαση από την ασυλία στη λογοδοσία δεν είναι περιορισμός της πολιτικής ελευθερίας· είναι η προϋπόθεσή της. Μόνο κόμματα που σέβονται τους εργαζομένους τους, τους πιστωτές τους και το δημόσιο χρήμα μπορούν να αξιώνουν σεβασμό από την κοινωνία.
* Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης ΑΠΘ, πρ. Υπουργός
