Τον κώδωνα του κινδύνου για την παγκόσμια κρίση ανισότητας, στην οποία βυθίζεται ολοένα και περισσότερο τα τελευταία χρόνια η ανθρωπότητα, κρούει μια νέα έκθεση-ορόσημο, που εκπονήθηκε για λογαριασμό της ομάδας των χωρών της G20 από μια «έκτακτη επιτροπή» ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων με επικεφαλής τον νομπελίστα οικονομολόγο Τζόζεφ Στίγκλιτς.
Η έκθεση, που συντάχθηκε ενόψει των συναντήσεων της G20 στο Γιοχάνεσμπουργκ της Νότιας Αφρικής αργότερα αυτόν τον μήνα έπειτα από εντολή του προέδρου Σίριλ Ραμαφόζα, αναδεικνύει το τεράστιο άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ πλούσιων και φτωχών από την αυγή της τρέχουσας χιλιετίας.
Αποκαλύπτει ότι:
1. Μεταξύ 2020 και 2024 το πλουσιότερο 1% της ανθρωπότητας κατέλαβε το 41% του συνόλου του νέου πλούτου που δημιουργήθηκε, ενώ αντίθετα το φτωχότερο 50% μόλις το 1%. Το πλουσιότερο 1% είδε τον πλούτο του να αυξάνεται κατά μέσον όρο σε αυτήν την περίοδο κατά 1,3 εκατ. δολάρια ΗΠΑ ανά άτομο, ενώ το φτωχότερο 50% της ανθρωπότητας μόλις κατά 585 δολάρια ανά άτομο.
2. Το 83% των χωρών της υφηλίου -οι οποίες αντιπροσωπεύουν το 90% του παγκόσμιου πληθυσμού- εμφανίζουν σήμερα στην επικράτειά τους επίπεδα «υψηλής ανισότητας», όπως αυτή ορίζεται από την Παγκόσμια Τράπεζα. Οι χώρες με υψηλή ανισότητα έχουν, σύμφωνα με την έκθεση, επτά φορές μεγαλύτερες πιθανότητες να δουν τη Δημοκρατία τους να παρακμάζει σε σχέση με τις πιο ισότιμες χώρες.
3. Η συνεχής εκτόξευση της ανισότητας έχει ως αποτέλεσμα ένας στους τέσσερις ανθρώπους παγκοσμίως (2,3 δισεκατομμύρια) να αντιμετωπίζει σήμερα μέτρια ή σοβαρή επισιτιστική ανασφάλεια, δηλαδή να αναγκάζεται να παραλείπει τακτικά γεύματα στη διάρκεια της ημέρας του. Συνολικά ο αριθμός των διατροφικά επισφαλών κατοίκων της Γης έχει εκτοξευθεί από το 2019 κατά 335 εκατομμύρια.
4. Η κατάσταση ενδέχεται να επιδεινωθεί ακόμα περισσότερο τα αμέσως επόμενα χρόνια, καθώς πλούτος μεγαλύτερος των 70 τρισ. δολαρίων αναμένεται να κληροδοτηθεί ώς το 2035, περνώντας στην επόμενη γενιά. Κάτι το οποίο αποτελεί τεράστια πρόκληση για την κοινωνική κινητικότητα και την ισότητα ευκαιριών και που αν δεν αντιμετωπιστεί, θα οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερη ανισότητα.
Η επιτροπή των εμπειρογνωμόνων, στην οποία εκτός του προεδρεύοντος Στίγκλιτς συμμετέχουν ακόμα η Δρ Adriana E. Abdenur (Βραζιλία), η Winnie Byanyima (Ουγκάντα), η καθηγήτρια Jayati Ghosh (Ινδία), ο καθηγητής Imraan Valodia (Νότια Αφρική) και η δρ Wanga Zembe-Mkabile (Νότια Αφρική), προειδοποιεί ότι όλα αυτά συνθέτουν μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Ο Στίγκλιτς τόνισε χαρακτηριστικά ότι εκτός της έκτακτης ανάγκης της κλιματικής αλλαγής είναι καιρός να αναγνωριστεί ότι η ανθρωπότητα βρίσκεται αντιμέτωπη και με μια έκτακτη ανάγκη ανισότητας. Και αυτή δεν είναι μόνο άδικη υπονομεύοντας την κοινωνική συνοχή αλλά είναι επίσης πρόβλημα για την οικονομία και την πολιτική.
Ο νομπελίστας οικονομολόγος επισήμανε ότι μελέτες έχουν δείξει πως το διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών υπονομεύει τους δημοκρατικούς θεσμούς και τροφοδοτεί τον λαϊκισμό.
Ειδική επιτροπή για την αντιμετώπιση
Η επιτροπή των εμπειρογνωμόνων προέτρεψε την G20 στη δημιουργία μιας νέας διεθνούς και ανεξάρτητης επιτροπής -στο πρότυπο της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC)- η οποία θα παρακολουθεί τις τάσεις της ανισότητας και θα αξιολογεί τους παράγοντες και τις συνέπειές της καθώς και εναλλακτικές πολιτικές για την αντιμετώπισή της, ενημερώνοντας κυβερνήσεις, υπεύθυνους χάραξης πολιτικής και τη διεθνή κοινότητα. Η έκθεση υπογραμμίζει ότι διαφορετικές πολιτικές θα μπορούσαν να βοηθήσουν στη μείωση της ανισότητας σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο και η G20 θα μπορούσε να έχει κομβικό ρόλο διευκολύνοντας τον παγκόσμιο συντονισμό. Μεταξύ άλλων και για:
● Μεταρρύθμιση των διεθνών οικονομικών κανόνων, με επανασχεδιασμό των κανόνων πνευματικής ιδιοκτησίας (ειδικά σε σχέση με τις πανδημίες και την κλιματική αλλαγή), αναδιατύπωση των φορολογικών κανόνων για τη διασφάλιση δίκαιης φορολόγησης πολυεθνικών και των υπερπλούσιων.
● Εθνική δράση, που μπορεί να περιλαμβάνει τη διερεύνηση των ρόλων μιας φιλεργατικής μεταρρύθμισης, τη μείωση της συγκέντρωσης των εταιρειών σε λίγα χέρια, τη φορολόγηση των μεγάλων κεφαλαιακών κερδών, τις επενδύσεις σε δημόσιες υπηρεσίες και την υιοθέτηση πιο προοδευτικών πολιτικών φορολογίας και δαπανών.
● Νέα μοντέλα συνεργασίας, ειδικά δεδομένης της τρέχουσας γεωπολιτικής αστάθειας, με διερεύνηση νέων προσπαθειών μεταξύ των χωρών, στους φόρους, το εμπόριο και την πράσινη μετάβαση.
