Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δύο υποθέσεις απόρριψης αγωγής αποζημίωσης προσφύγων για περιπτώσεις επαναπροωθήσεων από την Frontex στέλνει πίσω στο Γενικό Δικαστήριο, το Δικαστήριο της ΕΕ. Στην πρώτη περίπτωση αναιρείται κατά μεγάλο μέρος η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε αγωγή αποζημίωσης που είχε ασκήσει οικογένεια Σύρων προσφύγων κατά της Frontex μετά τη μεταφορά τους από την Ελλάδα στην Τουρκία.

Το ιστορικό

Σε κοινή επιχείρηση επιστροφής την οποία διεξήγαγαν η Ελλάδα και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής (Frontex), οικογένεια Σύρων υπηκόων μεταφέρθηκε στην Τουρκία λίγες μόλις ημέρες μετά την άφιξή της στην Ελλάδα, όπου είχε εκφράσει την επιθυμία να υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας.

Θεωρώντας ότι η μεταφορά τους στην Τουρκία αποτελεί παράνομη επαναπροώθηση και ότι κατά τη διάρκεια της μεταφοράς προσβλήθηκαν τα θεμελιώδη δικαιώματά τους, τα μέλη της οικογένειας ζητούν αποκατάσταση της υλικής ζημίας και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν από τη συμπεριφορά της Frontex πριν, κατά τη διάρκεια αλλά και μετά την επιχείρηση επιστροφής. Υποστηρίζουν ιδίως ότι, αν η Frontex είχε τηρήσει την υποχρέωσή του να διασφαλίσει τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της αρχής της μη επαναπροώθησης κατά τη διάρκεια της επιχείρησης επιστροφής, τα θεμελιώδη δικαιώματά τους δεν θα είχαν προσβληθεί ούτε και θα είχε πραγματοποιηθεί η επαναπροώθησή τους στην Τουρκία, αλλά θα τους είχε χορηγηθεί διεθνής προστασία στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή αποζημίωσης και η οικογένεια προσέφυγε σε δεύτερο βαθμό στο Δικαστήριο, το οποίο αναιρεί κατά μεγάλο μέρος την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο αποφαίνεται μεταξύ άλλων ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εκτίμησε ορθώς τον ρόλο της Frontex στην επιχείρηση επιστροφής και τονίζει ότι το δίκαιο της Ένωσης επιβάλλει στον εν λόγω οργανισμό ένα σύνολο υποχρεώσεων προκειμένου να διασφαλίζεται ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο πλαίσιο των κοινών επιχειρήσεων επιστροφής, μεταξύ των οποίων και την υποχρέωση να εξακριβώνει ότι υφίστανται αποφάσεις επιστροφής για όλα τα πρόσωπα τα οποία ένα κράτος μέλος προτίθεται να συμπεριλάβει σε μια τέτοια επιχείρηση.

Εξάλλου, την ευθύνη για τυχόν προσβολές θεμελιωδών δικαιωμάτων κατά τη διάρκεια πτήσης επιστροφής είναι δυνατόν να φέρει όχι μόνον το οικείο κράτος μέλος (εν προκειμένω η Ελλάδα), αλλά και η Frontex. Η υπόθεση αναπέμπεται στο Γενικό Δικαστήριο, το οποίο καλείται να αποφανθεί εκ νέου, λαμβάνοντας υπόψη τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το δίκαιο της Ένωσης στην Frontex στο πλαίσιο των κοινών επιχειρήσεων επιστροφής.

Το σκεπτικό

Στην απόφασή του το Δικαστήριο επισημαίνει, αφενός, ότι το δίκαιο της Ένωσης επιβάλλει στην Frontex ένα σύνολο υποχρεώσεων προκειμένου να διασφαλίζεται ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο πλαίσιο των κοινών επιχειρήσεων επιστροφής. Αφετέρου, υπενθυμίζει ότι στις εν λόγω επιχειρήσεις μπορούν να περιλαμβάνονται μόνον πρόσωπα εις βάρος των οποίων έχει εκδοθεί εγγράφως εκτελεστή απόφαση επιστροφής.

“Ως εκ τούτου, η Frontex οφείλει να εξακριβώνει την ύπαρξη τέτοιων αποφάσεων επιστροφής για όλα τα πρόσωπα τα οποία ένα κράτος μέλος προτίθεται να συμπεριλάβει σε κοινές επιχειρήσεις επιστροφής, προκειμένου να διασφαλίζεται η τήρηση, στο πλαίσιο των επιχειρήσεων αυτών, της αρχής της μη επαναπροώθησης”, αναφέρει η απόφαση.

Το Δικαστήριο δικαιώνει τη οικογένεια των Σύρων και εκτιμά ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε ότι η Frontex παρέχει μόνον τεχνική και επιχειρησιακή συνδρομή στα κράτη μέλη, χωρίς να υπέχει υποχρέωση εξακρίβωσης της ύπαρξης απόφασης επιστροφής. Επίσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε επίσης σε νομικό σφάλμα κρίνοντας ότι για τυχόν προσβολές θεμελιωδών δικαιωμάτων κατά τη διάρκεια πτήσης επιστροφής αποκλειστικά υπεύθυνο είναι το κράτος μέλος υποδοχής, αποκλειομένης οποιασδήποτε ευθύνης της Frontex.

Το Δικαστήριο αναιρεί συνεπώς κατά μεγάλο μέρος την πρωτόδικη απόφαση και αναπέμπει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκειμένου αυτό να αποφανθεί εκ νέου, λαμβάνοντας υπόψη τις υποχρεώσεις της Frontex σε σχέση με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των προσώπων που περιλαμβάνονται σε κοινές επιχειρήσεις επιστροφής.

Υπόθεση βίαιης επαναπροώθησης πίσω στο Γενικό Δικαστήριο

Στη δεύτερη περίπτωση, ο A. Hamoudi, Σύρος υπήκοος, ισχυρίζεται ότι, αφού έφτασε στη Σάμο με σκοπό να ζητήσει άσυλο τον Απρίλιο του 2020, υπήρξε θύμα συνοπτικής επαναπροώθησης στο Αιγαίο Πέλαγος. Υποστηρίζει ότι οι ελληνικές αρχές τον επαναπροώθησαν διά της βίας στη θάλασσα ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη δύο επιχειρήσεις της Frontex και ένα αεροσκάφος το οποίο ήταν στην υπηρεσία της Frontex πραγματοποιούσε πτήσεις πάνω από το σημείο του συμβάντος. 

Ο A. Hamoudi ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο να υποχρεώσει τη Frontex σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη. Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ελλείψει πειστικών αποδεικτικών στοιχείων για την παρουσία του κατά την επίμαχη επαναπροώθηση, χωρίς να υποχρεώσει τη Frontex να προσκομίσει ορισμένα στοιχεία τα οποία είχε στην κατοχή του και τα οποία ήταν ικανά να τεκμηριώσουν τους ισχυρισμούς του Σύρου υπηκόου. Επιληφθέν αιτήσεως αναιρέσεως, το Δικαστήριο αναιρεί την διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου. Κρίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο προσέβαλε το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας του A. Hamoudi, διότι δεν εφάρμοσε ορθώς τους κανόνες που διέπουν το βάρος αποδείξεως και τη διεξαγωγή αποδείξεων στο πλαίσιο συνοπτικής επαναπροώθησης στην οποία φέρεται να εμπλέκεται η Frontex. 

Δεδομένου ότι για τα θύματα τέτοιας επαναπροώθησης είναι δυσχερές, ενδεχομένως δε και αδύνατο, να συγκεντρώσουν πειστικά αποδεικτικά στοιχεία για το επίμαχο συμβάν, τα οποία μάλιστα μπορεί να βρίσκονται στην κατοχή της Frontex, ο σεβασμός του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας επιτάσσει την προσαρμογή του σχετικού βάρους αποδείξεως. 

Ως εκ τούτου, όταν εκείνος που ισχυρίζεται ότι υπήρξε θύμα συνοπτικής επαναπροώθησης προσκομίζει στοιχεία αρκούντως λεπτομερή, συγκεκριμένα και συγκλίνοντα ώστε να συνιστούν αρχή αποδείξεως, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να διερευνήσει την υπόθεση προκειμένου να εκτιμήσει το υποστατό της επαναπροώθησης και την παρουσία του ατόμου κατά τη διάρκειά της.  Σε αυτήν την περίπτωση, το Γενικό Δικαστήριο όφειλε επομένως να διατάξει μέτρα προκειμένου να του προσκομίσει η Frontex όλα τα κρίσιμα στοιχεία που διαθέτει. Η υπόθεση αναπέμπεται ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου το οποίο πρέπει να αποφανθεί εκ νέου επ’ αυτής, σεβόμενο το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.