Δύο αιώνες μετά την προκήρυξη του Δόγματος Μονρόε (από τον πρόεδρο Τζέιμς Μονρόε) το 1823, που όρισε «δικαιωματικά» τοποτηρητή του «Νέου Κόσμου» τις ΗΠΑ και τα συμφέροντά τους, αυτό που υπήρξε ο οδικός χάρτης και το «συγχωροχάρτι» των πιο βίαιων αμερικανικών επεμβάσεων στη Λατινική Αμερική, επιστρέφει δριμύτερο με τη νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του Τραμπ. Η επιταγή για υπεροχή των ΗΠΑ πάνω στην υπόλοιπη αμερικανική ήπειρο (της οποίας έχουν σφετεριστεί ακόμα και το όνομα, αναφέροντας τη χώρα τους απλά ως «Αμερική») γίνεται το επίκεντρο της εξωτερικής πολιτικής της Ουάσινγκτον.
Με αυτό που ο Λευκός Οίκος αποκαλεί «Προσθήκη Τραμπ στο Δόγμα Μονρόε» –που ήδη ειρωνικά αναφέρεται ως «Δόγμα Ντονρόε» (από το Ντόναλντ)– η Λατινική Αμερική εκλαμβάνεται ως μια περιοχή στην οποία επικεντρώνονται μερικά από τα πιο σοβαρά προβλήματα των ΗΠΑ και η οποία οφείλει να «πιεστεί» για να πετύχει αυτή στόχους της κυβέρνησης Τραμπ.
«Θέλουμε να εξασφαλίσουμε πως το δυτικό ημισφαίριο θα παραμένει υπό επαρκή καλή διακυβέρνηση και εύλογα σταθερό για να εμποδίσει και να αποθαρρύνει τη μαζική μετανάστευση στις ΗΠΑ· θέλουμε ένα δυτικό ημισφαίριο του οποίου οι κυβερνήσεις θα συνεργάζονται μαζί μας κατά των ναρκο-τρομοκρατών, των καρτέλ και άλλων διεθνικών εγκληματικών οργανώσεων· θέλουμε ένα ημισφαίριο που να παραμένει απαλλαγμένο από εχθρικές ξένες εισβολές και ξένη κατοχή βασικών πλουτοπαραγωγικών στοιχείων και που να υποστηρίζει κρίσιμες εφοδιαστικές αλυσίδες. Και θέλουμε να διασφαλίσουμε τη συνεχή πρόσβασή μας σε βασικές στρατηγικές τοποθεσίες» διακηρύσσει η Στρατηγική Ασφάλειας.
Από την «εξαγωγή της δημοκρατίας» στα κέρδη
Στη Λατινική Αμερική οι Ηνωμένες Πολιτείες θα «επαναδιεκδικήσουν και θα επιβάλουν το Δόγμα Μονρόε για να αποκαταστήσουν την αμερικανική υπεροχή στο δυτικό ημισφαίριο», αναφέρει η νέα Στρατηγική, στο δεύτερο κεφάλαιό της με τίτλο «Τι θα έπρεπε να θέλουν οι ΗΠΑ;».
Ο κόσμος για τον Λευκό Οίκο είναι ένα μέρος όπου οι ΗΠΑ μπορεί να χρησιμοποιούν την τεράστια ισχύ τους για να βγάλουν χρήματα. «Το κέρδος είναι ο βασικός γνώμονας της επίσημης εξωτερικής πολιτικής του Τραμπ», γράφουν οι New York Times. Τέρμα η πρόφαση της «εξαγωγής της δημοκρατίας» προηγούμενων κυβερνήσεων: αυτή δεν αποτελεί αξία προς υπεράσπιση και είναι αδιάφορο αν κάποιοι ηγέτες είναι αυταρχικοί, αρκεί να είναι πηγή χρημάτων.
Και επειδή αυτά δεν είναι θεωρητικές αξίες, υπάρχει και τρίτο κεφάλαιο με θέμα «Ποια είναι τα διαθέσιμα μέσα για να πάρει η Αμερική αυτό που θέλει». Από τη μία, η λίγο ή πολύ εκβιαστική «πειθώ» όπως όταν αναφέρει ότι «οι όροι των συμφωνιών μας, ειδικά με όσες χώρες εξαρτώνται περισσότερο από εμάς και επομένως επί των οποίων έχουμε τη μεγαλύτερη επιρροή, πρέπει να περιέχουν συμβάσεις αποκλειστικής ανάθεσης (χωρίς ανταγωνισμό ή διαγωνισμό) για τις εταιρείες μας».
Και από την άλλη, για τους ανυπότακτους στην αμερικανική κηδεμονία (δες Βενεζουέλα) «εχθρούς» υπάρχει και η επιλογή της στρατιωτικής βίας, μια εκδοχή που «χτίζει» εδώ και μήνες ο Τραμπ και που ξεκαθαρίζει με κυνική σαφήνεια το έγγραφο, μιλώντας «για αναδιάταξη της ανάπτυξης των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων από άλλες περιοχές προς τη Λατινική Αμερική για να αντιμετωπίσουμε επείγουσες απειλές στο ημισφαίριό μας». Χωρίς να αποκλείει την προσφυγή «σε θανατηφόρα βία όπου είναι απαραίτητο».
Σφραγίδα της δεύτερης θητείας Τραμπ
Ο Τραμπ από τις πρώτες ημέρες της δεύτερης προεδρίας του άρχισε ουσιαστικά να εφαρμόζει στη Λατινική Αμερική το «Δόγμα Ντονρόε» –που πολλοί καταγγέλλουν ως νεο-ιμπεριαλισμό–, ανασύροντας φαντάσματα των πιο σκοτεινών περιόδων που γνώρισε η ήπειρος: από τα στρατιωτικά πραξικοπήματα στη Γουατεμάλα, τη Βραζιλία, τη Χιλή ή την Αργεντινή ώς τις στρατιωτικές επεμβάσεις, με πιο πρόσφατη αυτή στον Παναμά το 1989.
Απείλησε να ανακτήσει με τη βία τη Διώρυγα του Παναμά και να κάνει στρατιωτική εισβολή στο Μεξικό. Πρόσφερε στον εκλεγμένο δικτάτορα του Ελ Σαλβαδόρ Ναγκίμπ Μπουκέλε χρήματα για να μισθώσει τις διαβόητες φυλακές του για μετανάστες που απελαύνει. Διέσωσε την Αργεντινή με 20 δισ. δολάρια και μαζί τον αγαπητό του αναρχοκαπιταλιστή Χαβιέρ Μιλέι, εξασφαλίζοντάς του τη νίκη στις ενδιάμεσες εκλογές του Οκτωβρίου. Μείωσε δασμούς σε αυτές τις δύο χώρες και στο Εκουαδόρ του Ντανιέλ Νομπόα, πρόθυμου να του επιτρέψει την εγκατάσταση αμερικανικής δύναμης στη χώρα (παρότι αυτή η δυνατότητα απορρίφθηκε σε πρόσφατο δημοψήφισμα).
Επενέβη σε εκλογικές διαδικασίες, στηρίζοντας με εκβιαστικά διλήμματα («Η τον ψηφίζετε ή κόβω την οικονομική βοήθεια») ακροδεξιούς, όπως έκανε στην Ονδούρα με τον επιχειρηματία Νάσρι Ασφούρα και κάνει τώρα με τον νοσταλγό της δικτατορίας Χοσέ Αντόνιο Καστ που την ερχόμενη Κυριακή, αν επιβεβαιωθούν οι δημοσκοπήσεις, θα εκλεγεί πρόεδρος της Χιλής.
Αντίθετα, για τους μη «αρεστούς» ο πέλεκυς των αντιποίνων είναι σφοδρός. Επέβαλε κυρώσεις σε Βραζιλιάνους αξιωματούχους και υψηλούς δασμούς (που αναγκάστηκε να πάρει πίσω μετά την αύξηση της τιμής των τροφίμων) στη χώρα, πιέζοντας τον πρόεδρο Λούλα και τη Δικαιοσύνη για να «απαλλάξουν» τον Μπολσονάρο από τις κατηγορίες για πραξικόπημα, για τις οποίες και τελικά καταδικάστηκε.
Εχει χαρακτηρίσει τον πρόεδρο της Κολομβίας Γκουστάβο Πέτρο (σφοδρό επικριτή των αμερικανικών πολιτικών) «φονιά», «τρελό», «ναρκέμπορο», επιβάλλοντάς του κυρώσεις, ανακοινώνοντας την παύση της οικονομικής βοήθειας προς τη χώρα και πλέον την απείλησε και με στρατιωτική επίθεση. Οπως ακριβώς και –κυρίως– τη Βενεζουέλα, όπου ο Τραμπ, επιδιώκοντας μια καθεστωτική αλλαγή, μιλά για χερσαία επίθεση, αφού πρώτα έστειλε τη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη που έχουν αναπτύξει οι ΗΠΑ στην Καραϊβική από την «Κρίση των Πυραύλων» στην Κούβα το 1962.
«Ολα υποδεικνύουν ένα είδος Διπλωματίας των Κανονιοφόρων σε έκδοση 2.0. Η κυβέρνηση Τραμπ δεν καταλαβαίνει αυτό που παλιά ονομάζαμε “ήπια ισχύ” και πιστεύει ότι η μόνη ισχύς που υπάρχει είναι η δύναμη της βίας και ο εξαναγκασμός των ανθρώπων να “επιλέξουν” να είναι στο πλευρό του», λέει ο Τζον Γουόλς, του Γραφείου της Ουάσινγκτον για την Αμερική (WOLA). Αυτό ακριβώς είναι η νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του Τραμπ για τη Λατινική Αμερική.
