Μια γυναίκα στην Ευρώπη σήμερα εργάζεται μία ώρα για να κερδίσει κατά μέσο όρο μόνο 63 σεντ για κάθε δολάριο που κερδίζει ένας άνδρας στη διάρκεια του έτους. Μια γυναίκα στην Αφρική, για την ίδια ώρα δουλειάς, πληρώνεται πολύ λιγότερο, περίπου 35 σεντ*. Παρά τις επίμονες περιφερειακές διαφορές, η πραγματικότητα παγκοσμίως παραμένει η ίδια: η πρόοδος προς την ισότητα των φύλων παραμένει αργή και άνιση.
Σύμφωνα με νέα ανάλυση του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας (ILO), οι γυναίκες σε τον κόσμο λαμβάνουν κατά μέσο όρο λίγο παραπάνω από το μισό των εισοδημάτων των ανδρών. Το 2025 η αναλογία έφτασε μόλις το 0,52, δηλαδή 52 σεντ για κάθε δολάριο των ανδρών, με τη μεγαλύτερη διαφορά να καταγράφεται στα αραβικά κράτη, όπου η μέση αναλογία εισοδήματος αγγίζει τα 14 σεντ.
Οι έμφυλες μισθολογικές ανισότητες έχουν μειωθεί περισσότερο τα τελευταία είκοσι χρόνια στην Αμερική, όπου η αμοιβή ανά ώρα αυξήθηκε από 53 σεντ το 2024 σε 65 σεντ φέτος, ενώ η αναλογία στις περιοχές της Ασίας και του Ειρηνικού από 36 σεντ σε 45 την ίδια περίοδο.
Εξηγώντας τις αιτίες για τη μεγάλη «ψαλίδα» ο ILO τονίζει ότι, εκτός από τα χαμηλότερα ετήσια μέσα εισοδήματα των γυναικών από αυτά των ανδρών, ρόλο παίζουν και ο μικρότερος αριθμός των 1,4 δισ. γυναικών στο εργατικό δυναμικό συγκριτικά με το 2,1 δισ. των ανδρών και ο χρόνος εργασίας.
Ομως, όπως εξηγούν οι συντάκτριες της μελέτης, οι οικονομολόγοι Μάρτα Γκολίν και Παλόμα Καρίγιο, το παραπάνω στατιστικό στοιχείο αποτυπώνει μόνο ένα μέρος της πραγματικότητας, γιατί οι γυναίκες εργάζονται σταθερά περισσότερες ώρες από τους άνδρες, εάν συνεκτιμηθεί η μη αμειβόμενη φροντίδα και η οικιακή εργασία που τις επιβαρύνουν δυσανάλογα.
Ενα άλλο σημαντικό εμπόδιο είναι η μεγάλη διαφορά στην άτυπη απασχόληση μεταξύ γυναικών και ανδρών, η οποία περιορίζει περαιτέρω την πρόσβαση των γυναικών στην κοινωνική προστασία και σε αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας σε χώρες με χαμηλό και χαμηλό-μεσαίο εισόδημα.
Ατυπη απασχόληση
Μπορεί το 2025 το ποσοστό της άτυπης απασχόλησης να ήταν υψηλότερο για τους άνδρες (59%) από ό,τι για τις γυναίκες (56%), ωστόσο στις χώρες με χαμηλό και χαμηλό-μεσαίο εισόδημα, όπου αυτή η μορφή εργασίας είναι πολύ πιο διαδεδομένη, οι γυναίκες καταγράφουν υψηλότερα ποσοστά άτυπης απασχόλησης, κατά 4,7 και 4,6 ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα.
Και μπορεί την τελευταία δεκαετία οι γυναίκες να αναλαμβάνουν όλο και περισσότερο θέσεις που απαιτούν υψηλές δεξιότητες, ωστόσο σε πολλούς τομείς και επαγγέλματα εξακολουθούν να υπερεκπροσωπούνται σε θέσεις που είναι συνήθως υποτιμημένες, με αποτέλεσμα χαμηλότερες αμοιβές και λιγότερο αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας.
Επίμονα στερεότυπα
Σύμφωνα με τα δεδομένα του Οργανισμού, το 2023, οι γυναίκες κατείχαν μόνο το 30% των διευθυντικών θέσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, γεγονός που υπογραμμίζει το διαρκές χάσμα, παρά μια μικρή βελτίωση, κατά περίπου 3,5 ποσοστιαίες μονάδες εδώ και είκοσι χρόνια. Στα θετικά το γεγονός ότι οι χώρες με χαμηλό εισόδημα έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο, με την εκπροσώπηση των γυναικών στη διοίκηση να αυξάνεται από 24,7% σε 36,5%. Αντίθετα, οι χώρες με χαμηλό-μεσαίο εισόδημα έχουν σημειώσει μείωση της εκπροσώπησης των γυναικών τα τελευταία χρόνια.
Στην ανάλυση σημειώνεται πως τα βαθιά ριζωμένα στερεότυπα συμβάλλουν κάθετα και οριζόντια στον επαγγελματικό διαχωρισμό με βάση το φύλο. Ειδικότερα, οι γυναίκες υπερεκπροσωπούνται σε επαγγέλματα που σχετίζονται με τη νοσηλευτική, τη φροντίδα παιδιών και τον καθαρισμό, κατέχοντας το 75% ή περισσότερο αυτών των θέσεων. Αντίθετα, οι άνδρες κυριαρχούν σε τομείς όπως η οδήγηση φορτηγών και η επισκευή μηχανημάτων.
Οι συντάκτριες του κειμένου καλούν τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής και τις επιχειρήσεις να συνεργαστούν με τις τοπικές κοινότητες για την αντιμετώπιση των σοβαρότατων προκλήσεων και να διασφαλίσουν ότι τα «ξεπερασμένα στερεότυπα για τα φύλα δεν εμποδίζουν τις επαγγελματικές επιλογές κανενός. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αντιμετωπίζονται οι προκαταλήψεις από μικρή ηλικία και να διασφαλίζεται ότι όλοι έχουν ίση πρόσβαση στην εκπαίδευση και στις ευκαιρίες εργασίας σε όλες τις φάσεις της ζωής τους».
*Τα στοιχεία λαμβάνουν υπόψη το ετήσιο εισόδημα από εργασία και όχι τα μέσα ωρομίσθια, όπως επίσης άλλους παράγοντες: την επιλογή επαγγέλματος, την ταχύτητα της επαγγελματικής εξέλιξης και τις διαφορές στον χρόνο της αμειβόμενης εργασίας
