Πριν από μερικούς μήνες, εξ αφορμής της συναυλίας του Λεξ στην Καλογρέζα, αναρωτιόμουν για τις προσδοκίες του κοινού από τον κάθε τραγουδοποιό, για την προσδοκία του κοινού ν’ ακούει έναν Προφήτη, έναν Μεσσία, να προβάλλει στους στίχους τις δικές του ανάγκες, τα ανεκπλήρωτα, ταυτίσεις και λαχτάρες. Και κατοπτρικά, είναι σχετικά εύκολο για τον καλλιτέχνη να ενδοβάλει τούτη την προσδοκία: να φέρεται σαν προφήτης, σαν μεσσίας, να μιλά σαν διδάσκαλος του γένους, σαν εθνικός καλλιτέχνης, συχνά περισσότερο εθνικός παρά καλλιτέχνης.
Διδάχος του έθνους
Εγραφα: «Ο Σαββόπουλος δέχτηκε να είναι ο διδάχος του έθνους, άλλοτε αντισυμβατικά κι άλλοτε ασμένως συμβιβασμένα.» Περιέγραφα τις, ας πούμε, δύο «εποχές», τα δύο πρόσωπά του – από τα πολλά. Προσπαθούσα να σκεφτώ την αμφίδρομη σχέση του καλλιτέχνη με το κοινό του, πώς αλληλοδιαμορφώνονται· πώς το κοινό επιβάλλει τις προσδοκίες του, σαν ένα τεράστιο νέφος που τυλίγει τον καλλιτέχνη, και κάποτε τον πλακώνει ή τον καταπίνει· μια δικτατορία της λατρείας. Και πώς ο καλλιτέχνης κατοπτριζόμενος στο νέφος προσδοκιών αποκρίνεται με λόγο διδακτικό, κανονιστικό, γενικευτικό, παίρνει την προσωπική του αλήθεια και την κάνει εθνική, οικουμενική, αιώνια· όχι όμως μέσω της καλλιτεχνικής μετουσίωσης, με το κατορθωμένο έργο, αλλά με τον δημόσιο λόγο του, τη στάση του, τη συμπεριφορά του στην κοινή δημόσια ζωή, τη συχνότατα αντικαλλιτεχνική.
«Αντισυμβατικά» και «συμβιβασμένα»
Μιλώντας για τη σχέση με το κοινό, περιέγραψα τον τρόπο του Σαββόπουλου με τις λέξεις «αντισυμβατικά» και «συμβιβασμένα». Χρειάζονται διευκρινίσεις. Ηταν και τα δύο: εξαρτάται για ποια κοινά μιλάμε. Οταν ενοχλούσε τους συμβιβασμένους, ήταν αντισυμβατικός γι’ αυτούς· όταν ενοχλούσε τους αντισυμβατικούς, αυτοί τον έλεγαν συμβιβασμένο.
[Ναι, ξέρω, θα πρέπει να περιοδολογήσουμε τα δημόσια λόγια του, τις κατά καιρούς στάσεις και δηλώσεις, να χωρίσουμε ένα πριν από ένα μετά – αν και όχι τους στίχους, αυτοί στέκουν σχεδόν όλοι υπέροχα πολύσημοι.]
Εντούτοις, τα «αντισυμβατικά» και «συμβιβασμένα» θα έστεκαν καλύτερα σε μια άλλη θεώρηση: της στάσης του καλλιτέχνη ως προς την εξουσία. Πότε συγκατανεύει και πότε συγκρούεται, πότε υμνεί την εξουσία και πότε την αποκαλύπτει και τη μαστιγώνει. Πότε αποδέχεται τη σκέπη και τα παινέματα της εξουσίας και πότε με την τέχνη του φανερώνει άδηλες δυνατότητες, ανατροπές, τρόπους να ονειρευτούμε το μέλλον.
Η εξουσία του ποιητή
Ενα δοκίμιο του νομπελίστα Τζον Κουτσί, που διάβαζα πρόσφατα, μου άνοιξε έναν δρόμο άλλης κατανόησης (Περί λογοκρισίας. Ο Μάντελσταμ και η Ωδή στον Στάλιν και άλλα δοκίμια). Ο Κουτσί εξετάζει γιατί και πώς ο ποιητής Οσιπ Μάντελσταμ έγραψε την Ωδή στον Στάλιν, μετά τη σύλληψή του ως αντικαθεστωτικού, το 1934. Προφανώς για να σώσει τη ζωή του, αν και δεν το κατάφερε, πέθανε από τις κακουχίες σε στρατόπεδο το 1938.
Ο Κουτσί, μέσα από κείμενα του Μάντελσταμ και μαρτυρίες της επιζήσασας συζύγου του Ναντέζντα, της Αννας Αχμάτοβα, του Μπορίς Πάστερνακ, εντοπίζει μια τιτανομαχία για τη μνήμη, για το ποιες αναπαραστάσεις του καιρού και των προσώπων θα διασωθούν, οι αναπαραστάσεις του ποιητή ή οι αναπαραστάσεις του δυνάστη. Ποια εξουσία θα διαρκέσει; Του ποιητή ή του δυνάστη;
Ο Πάστερνακ, όταν συνελήφθη ο Μάντελσταμ, παρενέβη υπέρ του φίλου του στον Στάλιν. Στην τηλεφωνική συνομιλία τους, θυμάται, «ο Στάλιν αγωνιούσε για τον αν ο Μάντελσταμ ήταν απλός στιχοπλόκος (στην οποία περίπτωση δεν είχε σημασία ό,τι του συνέβη) ή μείζων ποιητής, δεξιοτέχνης, ποιητής του οποίου η φήμη και η “αναπαράσταση του Στάλιν” θα διαρκούσαν περισσότερο από τον ίδιο τον Στάλιν».
Τα τραγούδια μένουν
Ο Σαββόπουλος δεν εκλήθη από κανέναν δυνάστη να συνθέσει υμνητική ωδή, δεν εξαναγκάστηκε. Και διαβάζοντάς τον προσεκτικά σε κανένα τραγούδι δεν υμνεί τους εκπροσώπους της εξουσίας, τουναντίον· την ακριβή τέχνη του την κράτησε έξω από αυτή την αγορά.
Συνέλαβε το ’60 και το ’70 με τον πιο συναρπαστικό τρόπο, μουσικά και αφηγηματικά, αισθητικά και συναισθηματικά, σε ένα καθολικό έργο τέχνης, έγινε ο μεγάλος ελληνικός μοντερνισμός. Ο καλλιτέχνης Σαββόπουλος γνώριζε, ένιωθε με κάθε κύτταρό του, ότι τα τραγούδια του, οι στίχοι του, ιδίως αυτά τα «μη εθνικά» που και ο ίδιος τα είχε παραμερίσει σιωπηρά, θα επιζούσαν σαν αναπαραστάσεις του καιρού και του συλλογικού αισθήματος, θα επιζούσαν κομμάτων και προσώπων και συμφερόντων.
Ο δυνάστης του Σαββόπουλου
Ο δυνάστης του Σαββόπουλου ήταν τα μεταβαλλόμενα ακροατήριά του. Η διφυΐα του, η αμφιβουλία του, ο ναρκισσισμός του, όσα υπάρχουν, εκδηλώνονται κυρίως στον δημόσιο διδακτισμό του, στα δημόσια βεγγαλικά του· εκεί ύμνησε τα αδηφάγα ακροατήρια, την εξουσία και τα εκάστοτε πρόσωπά της, ακριβώς αυτά που ήσαν εντελώς αμέτοχα της τέχνης του.
Ταυτόχρονα όμως κουβαλούσε και τα φορτία της ανθρώπινης ματαιοδοξίας, του θεμιτού καλλιτεχνικού ναρκισσισμού, κυρίως κουβαλούσε τις απαιτήσεις ενός κοινού που δεν τον άκουγε πια μα απλώς τον περιέφερε σαν τοτέμ, κουβαλούσε στις πλάτες του τον μικροαστισμό και τον νεοπλουτισμό μιας κλειστής αυτοτροφοδοτούμενης κοινωνίας ευπόρων, μιας επιλήσμονος και μνησίκακης τάξης, ήδη πολύ πριν τη Μεγάλη Κρίση: αυτά διαμόρφωσαν τον δημόσιο Σαββόπουλο των τελευταίων πολλών ετών.
