Σημαντικά προβλήματα στη λειτουργία των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου σε έξι υπουργεία εντόπισε το Ελεγκτικό Συνέδριο. Οι διαπιστώσεις περιλαμβάνονται στην Εκθεση Απολογισμού των Εσόδων και Εξόδων του Κράτους έτους 2023 και του Ισολογισμού (Κατάσταση Χρηματοοικονομικής Θέσης) και των λοιπών Χρηματοοικονομικών Καταστάσεων της κεντρικής διοίκησης που παρουσίασε στις 12 Νοεμβρίου στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής η πρόεδρος του ανώτατου δικαστηρίου, Σωτηρία Ντούνη. Προβλήματα καταγράφονται στη λειτουργία των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου στα υπουργεία Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Υποδομών και Μεταφορών, Πολιτισμού, Προστασίας του Πολίτη, Τουρισμού, Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας.
Στην έκθεση διαπιστώνονται μεταξύ άλλων τα εξής:
● Δεν έχει συσταθεί Μητρώο Μελών Επιτροπών Ελέγχου, με αποτέλεσμα να καθυστερεί και η σύσταση των Επιτροπών Ελέγχου σε όλα τα υπουργεία, που εγγυώνται την ανεξαρτησία των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου και διασφαλίζουν την ποιότητα του έργου τους (άρθρο 8 ν. 4795/2021).
● Στην πλειονότητα των φορέων της κεντρικής διοίκησης δεν έχει συγκροτηθεί όργανο διαχείρισης κινδύνων (άρθρο 22Γ ν. 4795/2021, όπως προστέθηκε με το άρθρο 22 ν. 5013/2023)
● Τα συστήματα διαχείρισης παγίων των υπουργείων χαρακτηρίζονται στην πλειονότητά τους είτε αδύναμα είτε ανεπαρκή.
● Δεν υπάρχουν δράσεις για την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του προσωπικού των υπουργείων αναφορικά με θέματα απάτης/διαφθοράς, ορισμού υπευθύνων, εφαρμογής κυρώσεων.
● Δεν πραγματοποιείται συστηματική κυκλική μετακίνηση υπαλλήλων που κατέχουν θέσεις εργασίας ευάλωτες στη διαφθορά, όπως υπηρεσίες Προμηθειών, Οικονομικής Εκκαθάρισης και
● Δεν εφαρμόζεται ένα τυποποιημένο σύστημα αξιοποίησης πληροφοριών που προέρχονται είτε από το εσωτερικό του είτε από εξωτερικές πηγές (π.χ. ελεγκτικές, δικαστικές ή αστυνομικές αρχές).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η έκθεση για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα του έτους 2023 που παρουσίασε στην επιτροπή ο σύμβουλος Κωνσταντίνος Εφεντάκης.
Ασφαλιστικό
Σύμφωνα με την έκθεση, η Ελλάδα συνεχίζει να καταλαμβάνει την πρώτη θέση στο σύνολο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης όσον αφορά το χρέος της ως ποσοστό του ΑΕΠ (το 2023 ανήλθε σε 196,98 δισ. ή 163,9% του ΑΕΠ από 177% το 2022, ενώ το 2024 μειώθηκε θεαματικά στο 153,4%). Επονται η Ιταλία (με 134,8%), η Γαλλία (με 109,9%), ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται χαμηλότερα, στο 80,8% και 87,4% για τις χώρες της ευρωζώνης. Παρ’ όλα αυτά, οι κίνδυνοι για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα του χρέους είναι «συνολικά χαμηλοί βραχυπρόθεσμα, υψηλοί μεσοπρόθεσμα και χαμηλοί μακροπρόθεσμα». Το δημόσιο χρέος, όντως, έχει πάψει να μονοπωλεί το αποκλειστικό ενδιαφέρον αλλά, όπως αναφέρει το Ε.Σ., υπάρχουν προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπίσει μελλοντικά η εγχώρια οικονομία, ώστε να ισχυροποιηθεί απέναντι στους προ των πυλών εξωτερικούς παράγοντες και εσωτερικούς κλυδωνισμούς.
Κατά το Ελεγκτικό Συνέδριο, οι μείζονες πέντε προκλήσεις αφορούν την αλλαγή παραγωγικού μοντέλου, την επίτευξη ρεαλιστικών πρωτογενών πλεονασμάτων, την αντιμετώπιση δημογραφικού κινδύνου, τη δημιουργία «κράτους κοινωνικής επένδυσης», τη βελτίωση του λόγου δάνεια προς καταθέσεις και την ανάγκη διαρκούς παρακολούθησης των τραπεζικών κινδύνων.
Μεταξύ αυτών, δεσπόζουσα θέση κατέχει η εξασφάλιση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος. Το ασφαλιστικό σύστημα, το οποίο τυπικά μπορεί να βασίζεται σε τρεις πυλώνες (δημόσια υποχρεωτική ασφάλιση, επαγγελματική ασφάλιση, ιδιωτική ασφάλιση), ουσιαστικά είναι πλήρως εξαρτημένο από τον πρώτο πυλώνα. Τούτο προκύπτει από την εξαιρετικά μικρή διείσδυση που έχουν τόσο η επαγγελματική ασφάλιση (226.671 μέλη και ύψος ενεργητικού 2,139 δισ. ευρώ και μόλις 1% του ΑΕΠ) όσο και ο ιδιωτικός τομέας, δηλαδή τα ασφαλιστικά προγράμματα των εταιρειών (με 1,41 δισ. ευρώ).
Το Ε.Σ. δεν κρύβει την ανησυχία του για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος που σε ποσοστό 95% και παρά τις όποιες μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις παραμένει δημόσιο.
Κρίσιμοι παράγοντες -όπως αποδεικνύεται και από τον πίνακα γεννήσεις-θάνατοι στην περίοδο- είναι το επιδεινούμενο φυσικό ισοζύγιο και τα κρίσιμα δημογραφικά δεδομένα.
Σε αυτά περιλαμβάνεται η πτώση του δείκτη ολικής γονιμότητας που μετά το 1990 παραμένει σταθερά κάτω του 2,1% και το 2022 ήταν 1,32 (έναντι 1,43 το 2021), οι προβλέψεις περαιτέρω συρρίκνωσης του πληθυσμού της Ελλάδας τις προσεχείς δεκαετίες (-25,7% μεταξύ 2020 και 2070) αλλά και η συνέχιση γήρανσης του πληθυσμού, καθώς η μόνη ηλικιακή ομάδα της οποίας το ποσοστό εμφανίζει αύξηση είναι αυτή των άνω των 65 ετών (από 22,7% το 2022 σε 33,1% το 2070). Επίσης, είναι χαρακτηριστικό ότι ο δείκτης γήρανσης που αποκαλύπτει πόσο γερνά η ελληνική κοινωνία ανήλθε σε 171,8. Δηλαδή σε 100 άτομα ηλικίας έως 14 ετών αντιστοιχούν περίπου 172 άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών.
«Τα δημογραφικά δεδομένα και η μελλοντική εξέλιξη των σχετικών δεικτών δείχνουν αύξηση του αριθμού των συνταξιούχων (ενδεικτικά, το 2040 θα ανέρχονται σε 2,765 εκατ. άτομα και το 2050 σε 2,959 εκατ. άτομα), την ίδια στιγμή που το πλήθος των ασφαλισμένων θα μειώνεται (ενδεικτικά, από 4,962 εκατ. άτομα το 2022, σε 4,440 εκατ. άτομα το 2040, 4,056 εκατ. άτομα το 2050 και 3,822 εκατ. άτομα το 2060). Αυτό σημαίνει ότι λιγότεροι ασφαλισμένοι θα πρέπει να εισφέρουν είτε άμεσα (ασφαλιστικές εισφορές) είτε έμμεσα (φορολογία κ.λπ.) περισσότερους πόρους ώστε να μπορούν να χρηματοδοτηθούν οι συντάξεις περισσότερων δικαιούχων. Στοίχημα αποτελεί και η εξέλιξη του ύψους των μισθών στο σύνολο της οικονομίας, καθώς αποτελούν τη βάση επιβολής των εισφορών, επηρεάζοντας θετικά ή αρνητικά, ανάλογα με το ύψος τους, τα έσοδα του συστήματος», επισημαίνει στην ειδική έκθεσή του το Ε.Σ.
Πάντως σύμφωνα με τις προβλέψεις της εθνικής αναλογιστικής αρχής την οποία επικαλείται το Ε.Σ., η συνολική μικτή δαπάνη συντάξεων (κύρια, επικουρική, μερίσματα, σύνταξη ανασφάλιστων υπερήλικων και επικουρική ΤΕΚΑ) το 2022 δεν υπερέβη το 14,5% του ΑΕΠ, ενώ το 2030 προβλέπεται να έχει περαιτέρω μείωση στο 12,7% για να αυξηθεί στο 14% το 2050.
Το Ε.Σ. απομυθοποιεί σε έναν βαθμό και τον «λυτρωτικό ρόλο» που υποτίθεται ότι θα έχει το κεφαλαιοποιητικό σύστημα επικουρικών συντάξεων (ΤΕΚΑ): «Η μεταρρύθμιση αυτή προβλέπεται να αποδώσει πολύ μεταγενέστερα, όταν ωριμάσουν τα σχετικά συνταξιοδοτικά δικαιώματα των ασφαλισμένων του ΤΕΚΑ (ιδίως μετά το 2060) και δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα του ελληνικού συνταξιοδοτικού συστήματος κατά τις προσεχείς δεκαετίες. Από την άλλη πλευρά, και οι κεφαλαιοποιητικοί πυλώνες, ως “απάντηση” στο δημογραφικό και δημοσιονομικό πρόβλημα, δεν στερούνται μειονεκτημάτων. Ως τέτοια αναφέρονται ο κίνδυνος αγοράς, ο κίνδυνος αντισυμβαλλομένου και η (τυχόν) αναποτελεσματική εποπτεία όσον αφορά τη διαχείριση των αποθεματικών τους.
Επίσης, κατά τη μετάβαση από ένα διανεμητικό σε ένα κεφαλαιοποιητικό σύστημα ανακύπτει δημοσιονομικό κόστος, διότι το κράτος καλείται να καλύψει τόσο τις παροχές των υφιστάμενων συνταξιούχων με το παλαιό σύστημα όσο και τη συσσώρευση αποθεματικών για τους μελλοντικούς συνταξιούχους με το νέο σύστημα. Ενδεικτικά, με βάση εκτιμήσεις του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το κράτος θα χρηματοδοτήσει το παλαιό σύστημα επικουρικών συντάξεων με πόρους που θα ανέρχονται, ως ποσοστό του ΑΕΠ, σε 0,1% το 2030, σε 0,4% το 2040, σε 0,7% το 2050, σε 1% το 2060 και σε 1,3% το 2070», επισημαίνεται στην έκθεση.
Κατακερματισμένη κοινωνική προστασία
Το επιδεινούμενο δημογραφικό πρόβλημα είχε συνέπεια το 2023 ο ΟΠΕΚΑ να καταβάλει λιγότερα από 3 δισ. ευρώ για οικογενειακά επιδόματα και επιδόματα γέννησης.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο επιμένει πως χρειάζεται ένα «κράτος κοινωνικής επένδυσης». Ως προς τις επιπτώσεις από την άσκηση κοινωνικής επιδοματικής πολιτικής, επισημαίνει στην έκθεσή του πως το σύστημα κοινωνικής προστασίας συνεχίζει να είναι κατακερματισμένο σχετικά με τις κατηγορίες και τον αριθμό των επιδομάτων, με σημαντική διασπορά των πόρων και συχνά με μικρά στοχευμένα οφέλη.
«Η άμβλυνση των ανισοτήτων, της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού στηρίζεται κυρίως στην καταβολή συντάξεων και δευτερευόντως στις δαπάνες κοινωνικής προστασίας. Αν και η άσκηση επιδοματικής πολιτικής στοχεύει στη βελτίωση της ζωής ευάλωτων νοικοκυριών, εν όψει του διαχρονικά υψηλού ποσοστού κινδύνου φτώχειας συγκριτικά με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης (η Ελλάδα καταγράφεται ως η τέταρτη φτωχότερη χώρα της Ευρώπης με 26% του πληθυσμού -2,4 εκατομμύρια- να αντιμετωπίζει το 2023 κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, ποσοστό το οποίο μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις ανήλθε το 2023 στο 18,9%), δεν έχει θεσμοθετηθεί ένας μηχανισμός αποτελεσματικής παρακολούθησης και αξιολόγησης της κοινωνικής πολιτικής έτσι ώστε τα επιδόματα να χορηγούνται σε αυτούς που πραγματικά τα έχουν ανάγκη…. Λαμβάνοντας υπόψη ότι το σύστημα παρέχει σχετικά μεγάλες κοινωνικές μεταβιβάσεις σε ηλικιωμένους σε σχέση με τους νέους, μακροπρόθεσμος στόχος πρέπει να παραμείνει ο προσανατολισμός του προς ένα “κράτος κοινωνικής επένδυσης”, το οποίο θα συμβάλλει προληπτικά στην αντιμετώπιση της φτώχειας και της εισοδηματικής ανισότητας μέσω επενδύσεων στο ανθρώπινο κεφάλαιο, κυρίως στους τομείς της Παιδείας και Υγείας», καταλήγει η έκθεση
Ενα διαχρονικό έλλειμμα
«Ανοιχτή πληγή της ελληνικής οικονομίας» που αντανακλά το σοβαρό πρόβλημα ανταγωνιστικότητάς της χαρακτηρίζει το Ελεγκτικό Συνέδριο το διαχρονικά αρνητικό πρόσημο που συνεχίζουν να έχουν οι καθαρές εξαγωγές, με το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών (ΙΤΣ) να παραμένει διαχρονικό ελλειμματικό ως ποσοστό του ΑΕΠ. Το 2023 το έλλειμμα αποτελούσε το 6,19% του ΑΕΠ ή 13,93 δισ. ευρώ, υπερβαίνοντας την τελευταία διετία το σχετικά ενδεικτικό όριο που είχε θεσπιστεί στο πλαίσιο της διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών (από -4% έως -6% του ΑΕΠ).
Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών της χώρας εμφάνισε επιδείνωση το 2024 καθώς το έλλειμμά του αυξήθηκε στα 15,1 δισ. ευρώ από 13,9 δισ. ευρώ το 2023.
«Ελλειμματικό ΙΤΣ σημαίνει ότι η χώρα ζει πέραν της καμπύλης των παραγωγικών δυνατοτήτων της, χρησιμοποιώντας εξωτερικό χρέος για τη χρηματοδότηση του επιπέδου διαβίωσης των πολιτών της και την ανάπτυξη της οικονομίας της», επισημαίνεται στην έκθεση.
