Ας αρχίσουμε με μια θλιβερή διαπίστωση. Στην Ελλάδα σε μεγάλο βαθμό η πνευματική εργασία δεν θεωρείται καν εργασία. Ή, πιο σωστά, η πρωτότυπη πνευματική εργασία (σε αντίθεση με τις κακοπληρωμένες μεταφράσεις ή επιμέλειες για παράδειγμα). Η συγγραφή (σε όλες της τις εκφάνσεις) τοποθετείται σε ένα θολό σημείο κάπου ανάμεσα στο γραφικό χόμπι και την αχρείαστη σπατάλη. Η λέξη «συγγραφέας» (πόσο μάλλον «ποιητής» ή «δοκιμιογράφος») δεν είναι ιδιότητα, είναι μια αμφίβολη περιγραφή. Η στάση αυτή προφανώς ξεκινάει από την ίδια την πολιτεία και στη συνέχεια εμπεδώνεται στην κοινωνία και τους πολίτες της. Ασαφή επαγγελματικά δικαιώματα, καμία ουσιαστική υποστήριξη, καμία μέριμνα για τη φιλαναγνωσία, βιβλιοθήκες είτε διαλυμένες είτε εκτός χρήσης, καμία καλλιέργεια της κουλτούρας ανάγνωσης, ουσιαστική απουσία από όλες τις βαθμίδες της εκπαιδευτικής διαδικασίας και τόσα ακόμη. Η στάση αυτή, σταθερή σε μεγάλο βαθμό από τον ερχομό της κρίσης και μετά, δημιουργεί έναν κανόνα. Εναν κανόνα που συνεχίζεται με την πλήρη περιφρόνηση των διαφόρων πολιτισμικών ιδρυμάτων απέναντι στη λογοτεχνία (αντίθετα από ό,τι συμβαίνει με το θέατρο, την όπερα ή τον χορό κ.ά.), τα μέσα ενημέρωσης (π.χ. απλήρωτη συμμετοχή άρθρων, έλλειψη ουσιαστικής κριτικής στα περισσότερα από αυτά κ.ά.) και ακόμη και τους εκδοτικούς οίκους (απουσία αμοιβών, πολύ συχνά ακόμη και απουσία συμβολαίων). Η στάση αυτή αποξενώνει τους συγγραφείς από το κοινό, τους αποθαρρύνει ως προς τη δημιουργία, τους περιθωριοποιεί και υποβιβάζει την πνευματική εργασία σε πάρεργο χωρίς καμία υλική προοπτική, χωρίς καμία προοπτική γενικότερα.
Ταυτόχρονα όμως -και κόντρα σε όσα γράψαμε μέχρι στιγμής- υπάρχει μια νέα γενιά συγγραφέων που όχι μόνο έχει δώσει δείγματα γραφής, αλλά μπορεί να σταθεί με αξιώσεις δίπλα στην παραγωγή άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Για να μιλήσω πιο συγκεκριμένα -και για θέματα που γνωρίζω- η ελληνική ποιητική παραγωγή των νέων γενεών π.χ. (από το 2000 και μετά) δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις αντίστοιχες της Γαλλίας ή της Ιταλίας. Είναι μια γενιά (ή γενιές πια) πολυπρισματική, υπερδραστήρια, με πολλαπλές εκφάνσεις και δοκιμές, συντονισμένη με το παγκόσμιο λογοτεχνικό γίγνεσθαι και τις νέες ευαισθησίες και προβληματισμούς. Ταυτόχρονα είναι μια γενιά εξωστρεφής με συμμετοχές σε διεθνή φεστιβάλ και διεθνείς εκδόσεις, με γνώση δηλαδή άλλων παραδειγμάτων σε σχέση με τη συγγραφή, τον συγγραφέα και την αντιμετώπισή του από κρατικούς (και όχι μόνο) θεσμούς.
Η αντίθεση ανάμεσα στις δύο παραγράφους που προηγήθηκαν είναι ουσιαστικά ο λόγος που δημιουργήσαμε το Δίκτυο Συγγραφέων. Η απαξίωση από τη μία και η άρνηση να την αποδεχτούμε από την άλλη. Οταν συναντηθήκαμε για πρώτη φορά γύρω στους δέκα συγγραφείς ώστε να συζητήσουμε τι θα μπορούσαμε να κάνουμε σε σχέση με όλα τα προβλήματα του χώρου εστιασμένοι στις νεότερες γενιές, και μάλιστα άμεσα, είδαμε πως εντοπίζαμε τα ίδια προβλήματα, τις ίδιες διαπιστώσεις, τα ίδια αδιέξοδα. Και ενώ οι κουβέντες συνεχίζονταν, ήρθαν οι μεγάλες κινητοποιήσεις των ηθοποιών το 2023. Η μοναξιά του προβληματισμού μας είχε ήδη σπάσει με τη σύσταση αυτού του πυρήνα ανθρώπων. Οταν όμως ήρθαν οι κινητοποιήσεις η μοναξιά αυτή σαν να εξαχνώθηκε. Σαν να νιώσαμε πως υπάρχουν πολλοί εκεί έξω που έχουν παρόμοιες αγωνίες και προβλήματα, μια παρόμοια ανάγκη να χτίσουν πάνω στα ερείπια των συνεχών κρίσεων και της διάλυσης της πολιτείας χωρίς να πρέπει να απολογηθούν σε κανέναν. Ετσι ο αρχικός πυρήνας μεγάλωσε, οι συναντήσεις πύκνωσαν και εδώ και έναν μήνα ιδρύθηκε το Δίκτυο των Συγγραφέων αριθμώντας περισσότερα από 70 μέλη. Την προηγούμενη εβδομάδα έγινε η εορταστική συνέντευξη Τύπου, το εναρκτήριο λάκτισμα του σωματείου και των ομάδων εργασιών.
Στόχος του σωματείου είναι όχι η εκπροσώπηση των συγγραφέων όσο η εμπλοκή τους. Το μόνο όπλο που έχουν οι συγγραφείς είναι η ορατότητά τους. Ο τρόπος τους να παρεμβαίνουν στα πράγματα. Για τον λόγο αυτό στην περίοδο που ακολουθεί έχουμε οργανώσει σειρές εκδηλώσεων, συνέδρια, εκπαιδευτικά προγράμματα με στόχο την άμεση επαφή, την άμεση εμπλοκή και την ορατότητα του λογοτεχνικού στίγματος. Στόχος είναι η συλλογική δημιουργία δράσεων προσαρμοσμένη στις ανάγκες και τις προτεραιότητες της εποχής και των γενιών μας.
Αυτό που θέλουμε να γίνει πρωτίστως κατανοητό είναι το γεγονός πως η απαξίωση, η αδιαφορία και η προσβλητική στάση των θεσμών δεν είναι ο κανόνας. Δεν είναι μια συνθήκη κανονικότητας. Μπορεί να συμβαίνει εδώ και να συμβαίνει για καιρό. Αλλά δεν συμβαίνει σε καμία άλλη δυτική χώρα. Οχι μόνο στη Γαλλία ή τις σκανδιναβικές χώρες. Αλλά και σε χώρες με παρόμοιο ΑΕΠ και παρόμοιο πληθυσμό με τη δική μας. Στην Κροατία, την Πορτογαλία, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία. Δεν υπάρχει χώρα που να υποτιμά τον σύγχρονο πολιτισμό τόσο φανατικά και σε τέτοια έκταση όσο η Ελλάδα. Για τον λόγο αυτό μία από τις πρώτες δράσεις μας θα είναι η συγκέντρωση, η κωδικοποίηση και η δημοσίευση των πολιτικών γύρω από το βιβλίο και τους συγγραφείς από αυτές τις «παρόμοιες» χώρες.
Συμμετέχω λοιπόν στο Δίκτυο Συγγραφέων γιατί ελπίζω. Γιατί γνωρίζω πως η συλλογική δημιουργία είναι μονόδρομος στις σκοτεινές εποχές όπως αυτή που διανύουμε. Γιατί πιστεύω πως η τέχνη είναι αναγκαιότητα και πως η συγγραφή είναι και αυτή μια εργασία που οφείλει να έχει τη θέση της στην κοινωνία. Οχι έναν ΚΑΔ, αλλά μια ουσιαστική κοινωνική λειτουργία. Συμμετέχω στο Δίκτυο Συγγραφέων γιατί πιστεύω πως στον πυρήνα της συγγραφής δεν βρίσκεται η μοναξιά και η απομόνωση του καλλιτέχνη, αλλά η συνάντησή του. Με τους αναγνώστες, με τους γύρω του, αλλά και με τους άλλους συγγραφείς. Συμμετέχω στο Δίκτυο Συγγραφέων γιατί πιστεύω. Πιστεύω στη γενιά μου, πιστεύω στη λογοτεχνία και πιστεύω στους ανθρώπους που παλεύουμε μαζί.
