Υπάρχουν στιγμές που ένας ιδιοκτήτης καλείται να μιλήσει, όχι απαραίτητα για να πείσει, αλλά για να απολογηθεί μπροστά στον καθρέφτη του. Η συνέντευξη του Γιάννη Αλαφούζου ανήκε σε αυτήν ακριβώς την κατηγορία. Οι λέξεις ειπώθηκαν. Και ειπώθηκαν με τρόπο που άφησαν στον αέρα μια ιδιότυπη δυσαρμονία: ανάμεσα σε αυτά που ομολόγησε, σε αυτά που δεν τόλμησε να αγγίξει και σε εκείνα που επέλεξε να φωτίσει.
Η παραδοχή της «απόλυτης επιχειρηματικής αποτυχίας» ύστερα από δεκατρία χρόνια μοιάζει, αν μη τι άλλο, μεγαλοπρεπής. Ομως, για έναν σύλλογο σαν τον Παναθηναϊκό μια τέτοια ομολογία δεν έχει την κάθαρση που θα είχε μια απλή επιχείρηση. Τουναντίον.
Οταν ο ιδιοκτήτης του συλλόγου προτάσσει ως μεγαλύτερό του κατόρθωμα ότι «δεν έριξε την ομάδα κατηγορίες» δεν αντηχεί ως κατόρθωμα, αλλά ως πιστοποιητικό τού πόσο χαμηλά είχαν πέσει οι προσδοκίες. Ο Παναθηναϊκός δεν είναι… ναυάγιο για να τον σώσεις από τα βράχια, είναι υπερωκεάνιο που πρέπει να ταξιδεύει σε ανοιχτές θάλασσες. Το γεγονός ότι ο σύλλογος δεν διαλύθηκε διοικητικά μπορεί να καταγραφεί στα συν του, αλλά δεν μπορεί να γίνεται φάρος στο σκοτάδι μιας δεκαπενταετίας χωρίς πρωτάθλημα. Είναι σαν να καμαρώνεις που έσωσες μια πολυκατοικία από κατάρρευση όταν όλοι περίμεναν ότι θα χτίσεις ουρανοξύστη.
Κι όμως, μέσα σε όλα αυτά, ειπώθηκαν και αλήθειες. Η πρώτη ήταν πως η χρόνια έλλειψη επικοινωνίας με τους οπαδούς της ομάδας ήταν μέγα λάθος. Πόσα χρόνια χρειάστηκαν για να ειπωθεί το αυτονόητο; Το ότι αποφάσισε έστω και αργά να ανοίξει διαύλους με τον οργανωμένο κόσμο της ομάδας είναι μια αναγκαία αποκατάσταση.
Αλλά αν υπάρχει κάτι στο οποίο μπορεί πράγματι να αφήσει στίγμα ο Αλαφούζος, είναι το γηπεδικό. Οχι με την έννοια ότι είναι «δώρο» του προς τον σύλλογο, διότι ο Παναθηναϊκός δεν είναι υποχρεωμένος να ευγνωμονεί κανέναν, αλλά ως έργο που θα μείνει στην Ιστορία, ανεξάρτητα από το πρόσημο της θητείας του. Αν το 2027 η ομάδα μπει στο νέο της σπίτι, αν αλλάξει η οικονομική της βάση, αν το σύγχρονο γήπεδο γίνει μοχλός ανάπτυξης και όχι μια ακόμη ελληνική μακέτα που κιτρινίζει στον χρόνο, τότε αυτή θα είναι η πιο βαριά κληρονομιά του. Περισσότερο από κάθε τίτλο, περισσότερο από κάθε αγωνιστικό επίτευγμα. Το ίδιο ισχύει και για τις αθλητικές εγκαταστάσεις στο Κορωπί, που από ημιτελείς και κουρασμένες έχουν πλέον μετατραπεί σε περιβάλλον που ταιριάζει σε σύλλογο τέτοιου μεγέθους. Αυτό το κεφάλαιο δεν μπορεί να του το αφαιρέσει κανείς, με την προϋπόθεση ότι θα παραμείνει κτήμα του συλλόγου όταν ο ίδιος αποχωρήσει, χωρίς «δεύτερες σκέψεις» και ιστορίες τύπου Παιανίας που έχουν πληγώσει γενιές Παναθηναϊκών.
Ομως όσο υπάρχει φως τόσο υπάρχει και σκιά. Και οι σκιές των δεκατριών ετών παραμένουν έντονες. Η αναφορά στο «τράβηγμα της πρίζας» την περίοδο που οι λογαριασμοί του πάγωσαν δεν αποτυπώνει το πραγματικό μέγεθος της κατάστασης. Δεν ήταν απλώς μια κρίση ρευστότητας. Ηταν μια πτώση στο απόλυτο κενό, μια αυτοδιάλυση που κόστισε όχι μόνο στην εικόνα του συλλόγου, αλλά και στην αξιοπρέπεια των ανθρώπων του. Οι πληρωμές που μετατράπηκαν από εκατομμύρια σε ψιχία, οι συμβουλές να «εκποιηθούν» τα πάντα από κάποιον Παναγόπουλο, η διοικητική παράλυση, δεν είναι μια λεπτομέρεια. Είναι ένα από τα σκοτεινότερα κεφάλαια του συλλόγου. Και δεν εξηγήθηκαν στη διάσταση που έπρεπε. Ισως γιατί καμιά φορά η αλήθεια δεν χωράει στα τηλεοπτικά λεπτά.
Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη μεγάλη «καυτή πατάτα», την απομάκρυνση του Ιβάν Γιοβάνοβιτς, το αφήγημα προσπάθησε να ισορροπήσει ανάμεσα σε μια απολογητική διάθεση και μια απόπειρα εξωραϊσμού. Αναγνωρίστηκε πως ήταν λάθος, αλλά παρουσιάστηκε ως λάθος που σχεδόν προκλήθηκε από τον ίδιο τον προπονητή. Ομως η πραγματικότητα ήταν πιο σκληρή: ένας τεχνικός που είχε δημιουργήσει ένα από τα πιο συμπαγή και λειτουργικά σύνολα της σύγχρονης εποχής του συλλόγου βρέθηκε εκτός, την ίδια στιγμή που η ομάδα βάδιζε πάνω σε ένα ναρκοπέδιο διαιτησίας, παρασκηνίου, ανύπαρκτου σκάουτινγκ και δομικών αδυναμιών που δεν ήταν δική του ευθύνη. Η «χειμερινή προετοιμασία διακοπών» μπορεί να έγινε viral ως αφήγηση, όμως δεν μπορεί να σταθεί ως αιτία για μια κατακρήμνιση που είχε χτιστεί από συστημική ανεπάρκεια και όχι από μια μέρα χαλαρότητας.
Και βέβαια, υπάρχουν και οι λεπτές, σχεδόν ποιητικές αποχρώσεις. Οπως η υπόσχεση ότι θα εξαντληθούν οι δυνατότητες για να διατηρηθεί ένα κομμάτι της ιστορικής Λεωφόρου, η Θύρα 13, ως συμβολική συνέχεια της ψυχής του συλλόγου στην εποχή της Διπλής Ανάπλασης. Αν αυτό γίνει πράξη, θα αποτελεί μια συγκινητική γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον. Μια γέφυρα που ο Παναθηναϊκός δεν πρέπει ποτέ να χάσει.
Η συνέντευξη του Γιάννη Αλαφούζου δεν ήταν η αφήγηση ενός ανθρώπου που κέρδισε τη μάχη της πειθούς. Ηταν περισσότερο η προσπάθεια ενός ανθρώπου να ξαναγράψει ένα μέρος της Ιστορίας του, να αφήσει πίσω του κάτι που να μοιάζει ακέραιο. Ομως η Ιστορία δεν γράφεται με δόσεις αυτοκριτικής ούτε με διαλόγους επιλεκτικής μνήμης. Γράφεται με πράξεις που μένουν. Κι αν τελικά υπάρξει κάτι που θα μείνει, δεν θα είναι οι εξηγήσεις και οι δικαιολογίες. Θα είναι το νέο γήπεδο. Το Κορωπί. Ισως η διατήρηση ενός κομματιού της Λεωφόρου. Αυτές θα είναι οι ψηφίδες με τις οποίες θα μπορέσει, αν το θελήσει και αν το ολοκληρώσει, να περισώσει κάτι από την υστεροφημία του.
