H αιματηρή συμπλοκή στα Βορίζια της Κρήτης πυροδότησε τον δημόσιο λόγο για το αν εντάσσεται ή όχι στο πλαίσιο του άγραφου νόμου της βεντέτας. Μπορεί η συγκεκριμένη διάκριση να μην παίζει ρόλο στην ποινική μεταχείριση των εμπλεκόμενων προσώπων, αλλά αντικατοπτρίζει μια άλλη οπτική που θέλει τον δολοφόνο να οχυρώνεται πίσω από τη λέξη «τιμή» και πίσω από έναν αξιακό κώδικα μιας άλλης εποχής.
Το ζήτημα προκάλεσε πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αξιωματική αντιπολίτευση, αν και πέρασαν κάποιες μέρες μέχρι να πάρουν θέση τόσο ο πρωθυπουργός όσο και ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝ.ΑΛΛ., προκαλώντας το σχόλιο της ευρωπαϊκής ιστοσελίδας Euractiv: «Εξέχοντες Ελληνες πολιτικοί από την Κρήτη έχουν παραμείνει σιωπηλοί. Ούτε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ούτε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο σοσιαλιστής Νίκος Ανδρουλάκης, έχουν κάνει οποιοδήποτε δημόσιο σχόλιο για το περιστατικό».
Η οπλοκατοχή
Οταν ο Κ. Μητσοτάκης επέλεξε με καθυστέρηση να τοποθετηθεί, επιδόθηκε σε επικοινωνιακό χειρισμό της υπόθεσης, εξαγγέλλοντας μέτρα για την οπλοκατοχή που μόνο καινούργια δεν ήταν. Για την ακρίβεια, είχαν ήδη αλλάξει από την περασμένη άνοιξη και πλέον εκφράστηκε η πολιτική βούληση να αυστηροποιηθεί το πλαίσιο εφαρμογής τους αφού, όπως αποδείχθηκε, ο νόμος στην Κρήτη είχε… μείνει στα χαρτιά.
Από την άλλη πλευρά, ο Ν. Ανδρουλάκης απέδωσε το αιματοκύλισμα σε «βεντέτα» και έκανε λόγο για «έγκλημα τιμής», προκαλώντας την αντίδραση του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη που τον κατηγόρησε ότι «χαϊδεύει αυτιά» ψηφοφόρων και τον κάλεσε δημόσια να αποσύρει τη δήλωσή του.
Στο ερώτημα αν οι δύο θάνατοι στα Βορίζια οφείλονται σε βεντέτα, ο ομότιμος καθηγητής Εγκληματολογίας, Γιάννης Πανούσης, εξέφρασε τη διαφωνία του: «Στον νόμο της βεντέτας υπήρχε η συνθήκη “οφθαλμόν αντί οφθαλμού”, όμως εδώ έχουμε ασυμμετρία – είναι η βόμβα στο σπίτι με υλικές ζημιές και οι νεκροί με πολεμικά όπλα. Η βεντέτα είχε στοιχεία μονομαχίας κι επίσης είχε ένοχο – δεν ήταν τυφλές ριπές από τη μία πλευρά του χωριού στην απέναντι. Τέλος, πριν από τη βεντέτα γινόταν ενός είδους “διάσκεψη” ώστε να αποφασιστεί η τύχη εκείνου που έπρεπε να πληρώσει – η απάντηση δεν ήταν άμεση, ούτε τυφλή».
Κοινωνικό φαινόμενο
Με την άποψη αυτή συμφώνησαν ηλικιωμένοι κάτοικοι των Βοριζίων που είδαν το χωριό τους να είναι επί μέρες πρώτο θέμα στα δελτία ειδήσεων. «Δεν υπήρχε από παλιά βεντέτα που συνεχίστηκε τώρα, αυτά δεν ισχύουν»: ήταν η φράση την οποία εξέφραζαν κατηγορηματικά και στη συνέχεια επέλεγαν να κρατήσουν αποστάσεις για το αν είδαν, άκουσαν ή ξέρουν το παραμικρό για τις εμπλεκόμενες οικογένειες των Καργάκηδων και των Φραγκιαδάκηδων.
Ο Αριστείδης Τσαντηρόπουλος, κοινωνικός ανθρωπολόγος και αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, έχει μελετήσει σε βάθος το θέμα στην πραγματεία του «Η βεντέτα στη σύγχρονη ορεινή κεντρική Κρήτη» (Εκδόσεις Πλέθρον), στην οποία υποστηρίζει ότι η βεντέτα είναι «κοινωνικό φαινόμενο» και όχι απλώς μεμονωμένες πράξεις εκδίκησης. Οπως εξηγεί, στις βεντέτες διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο η τιμή, η οικογένεια και η φήμη. Η προσβολή της τιμής ενός ατόμου θεωρείται προσβολή ολόκληρης της οικογένειας, κάτι που πυροδοτεί την ανάγκη για αποκατάσταση, ακόμα και με βία. Επιπλέον, όπως σημειώνει, η «υποχρέωση της εκδίκησης» μεταβιβάζεται στις νέες γενιές: δεν είναι κάτι που ξεχνιέται με τον χρόνο – αλλάζει μορφή ανάλογα με τις κοινωνικές συνθήκες και «αναβιώνει» όταν οι περιστάσεις το απαιτούν.
Αδικία και φόβος
Αλλοι κοινωνιολόγοι (Σκεύος Παπαϊωάννου, Ράνια Αστρινάκη) επισημαίνουν ότι ο όρος «βεντέτα» δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ανεξέλεγκτα.
Σύμφωνα με αναλύσεις, πολλές από τις «οικογενειακές διαφορές» που παρουσιάζονται ως βεντέτες είναι στην πραγματικότητα πολύ πιο πολύπλοκα κοινωνικά φαινόμενα, με ρίζες στην οικονομία, στην αίσθηση της αδικίας, στον φόβο, αλλά και στην ιστορική μνήμη. Δεν πρόκειται πάντα για ένα παλιό έθιμο, αλλά για σύγχρονο κοινωνικό πρόβλημα που απαιτεί διεπιστημονική προσέγγιση.
Οι βεντέτες που έγραψαν ιστορία
Μεσαρά: μακελειό για μια κουδούνα
Στη Μεσαρά της Κρήτης μια φαινομενικά ασήμαντη διαμάχη για μια κουδούνα προβάτων εξελίχθηκε σε μία από τις πιο παράλογες και αιματοβαμμένες σύγχρονες βεντέτες. Η αντιπαράθεση μεταξύ δύο κτηνοτροφικών οικογενειών γρήγορα κλιμακώθηκε σε αντεκδικήσεις, πυροβολισμούς και ενέδρες, με αποτέλεσμα επτά νεκρούς και δύο βαριά τραυματίες. Η υπόθεση συγκλόνισε την τοπική κοινωνία, με κληρικούς και τοπικούς παράγοντες να παρεμβαίνουν για να σταματήσει ο κύκλος του αίματος.
Ο «γδικιωμός» της Μάνης
Στη Μάνη, η βεντέτα ονομαζόταν «γδικιωμός» και αποτελούσε θεμελιωμένη κοινωνική πρακτική που διατηρήθηκε για αιώνες. Ολόκληρα σόγια ανατρέφονταν με την υποχρέωση να εκδικηθούν παλιότερες προσβολές ή φόνους, δημιουργώντας ένοπλες συγκρούσεις που συχνά παρέσυραν ολόκληρες κοινότητες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο μεγάλος γδικιωμός του 1871 μεταξύ των Καουριάνων και των Κουριάνων, που γενικεύτηκε στη Δυτική Μάνη και απαιτούσε την επέμβαση του στρατού για να κατασταλεί. Η τελευταία μεγάλη μανιάτικη βεντέτα καταγράφεται τη δεκαετία του ’30, αν και το φαινόμενο επιβίωσε ως νοοτροπία για πολλές γενιές. Η φράση «μην το κάνεις γδικιωμό» παραμένει ακόμη ως πολιτισμική υπενθύμιση του κύκλου αίματος που χαρακτήρισε τη μανιάτικη κοινωνία.
Η εκδίκηση μέσα στο δικαστήριο
Μία από τις πιο δραματικές βεντέτες της νεότερης Ελλάδας: Το 1983 ο 27χρονος Μανώλης Παπαδόσηφος δολοφονήθηκε από τον Γιάννη Βενιαράκη, ύστερα από προσωπική διαμάχη που αποδίδεται σε ερωτικό ανταγωνισμό. Ο δράστης καταδικάστηκε σε ισόβια, όμως η οικογένεια του θύματος δεν θεώρησε ότι η δικαιοσύνη αρκούσε. Το 1988, κατά τη δευτεροβάθμια δίκη στον Πειραιά, ο πατέρας του θύματος, Γιάννης Παπαδόσηφος, εισήλθε στο δικαστήριο οπλισμένος και εκτέλεσε τον Βενιαράκη εν ψυχρώ μπροστά σε δικαστές και κοινό. Παραδόθηκε αμέσως, δηλώνοντας: «Εκανα το χρέος μου. Τώρα λευτερώθηκα». Η πράξη αυτή αποτέλεσε σύμβολο της σύγκρουσης ανάμεσα στον κώδικα τιμής της βεντέτας και το κράτος δικαίου.
Σαρτζετάκηδες εναντίον Πενταράκηδων
Πρόκειται για μία από τις πιο αιματηρές βεντέτες στην ελληνική ιστορία, με πάνω από 110 νεκρούς μέσα σε 15 χρόνια. Ξεκίνησε το 1941 από μια διαμάχη για μια γυναίκα και εξελίχθηκε σε πολυετή κύκλο αίματος μεταξύ των οικογενειών Σαρτζετάκη και Πενταράκη στα Χανιά. Αποκορύφωμα αποτέλεσε η δολοφονία του 14χρονου Ανδρέα Πεντάρη το 1948 από τον χωροφύλακα Λευτέρη Σαρτζετάκη, ο οποίος λιποτάκτησε για να εκτελέσει αυτό που θεωρούσε «χρέος τιμής». Η βεντέτα τερματίστηκε συμβολικά το 1985, όταν ο Βαγγέλης Πενταράκης, βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, ψήφισε για Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον Χρήστο Σαρτζετάκη, προσφέροντας τη «σασμική» ψήφο συμφιλίωσης που έκλεισε έναν κύκλο βίας δεκαετιών.
Εξι νεκροί σε πέντε χρόνια
Μία από τις πιο πολυσύνθετες και φονικές βεντέτες της Κρήτης, η οποία ερήμωσε ένα χωριό και εξαπλώθηκε πέρα από τα τοπικά όρια. Ξεκίνησε το 1994 με τη δολοφονία της 53χρονης Φωτούλας Μουζουράκη, για την οποία καταδικάστηκαν ο Μιχάλης Δικωνιμάκης και συνεργός του. Ακολούθησε η δολοφονία του γιου της, Κώστα Μουζουράκη, πιθανώς λόγω κτηματικών διαφορών. Εκτοτε, οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν με αντίποινα: ο Μανώλης Δικωνιμάκης σκοτώθηκε σε ενέδρα, ο αδελφός του Σήφης πέθανε σε «τροχαίο» που θεωρήθηκε στοχευμένη επίθεση, ενώ ο δραπέτης Βαγγέλης Σελιανάκης, εμπλεκόμενος σε πολλαπλές ανθρωποκτονίες και απόπειρες, αποτέλεσε καθοριστικό πρόσωπο στη βεντέτα μέχρι τη δολοφονία του το 2011. Συνολικά, η βεντέτα αυτή μέτρησε τουλάχιστον έξι δολοφονίες σε πέντε χρόνια, με συνέπειες που επηρέασαν ολόκληρες κοινότητες.
●Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος PULSE, στο οποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Συνεργάστηκαν οι Jan Michael Marchart (Der Standard, Αυστρία), Francesco Berto (OBCT, Ιταλία)
