ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Ολοι τους είδαν άσχημα όνειρα: Η Τρούντε βρισκόταν σε ένα φέρετρο, ήταν σκοτεινά και έκανε κρύο, από μακριά άκουγε τον γιο της που φώναζε ζητώντας βοήθεια. Ο Παπστ πάλι ήταν στο πλατό μιας ταινίας, καθισμένος στην καρέκλα του σκηνοθέτη δίπλα στην κάμερα, κάτω από έναν λευκό, χλομό ουρανό χωρίς φεγγάρι, σύννεφα ή ήλιο. Μπροστά του βρισκόταν μια μεσαιωνική πόλη που είχαν στείλει από κοντραπλακέ και χαρτόνι: μυτερές σκεπές, αετώματα, ένας πύργος. Δίστασε. Ηξερε ότι δεν πρέπει να δώσει την εντολή, αλλά τελικά την έδωσε, κι όταν φώναξε ‘‘φώτα, κάμερα, πάμε!’’ άρχισε να παρελαύνει ένας στρατός από νεκρούς».

«Ο κινηματογράφος είναι αληθινός, το ζήτημα είναι πώς τον βλέπεις». Αυτή την αποστροφή του Αντρέι Ταρκόφσκι σκεφτόμουν καθώς διάβαζα το βιβλίο του Ντάνιελ Κέλμαν «Ασπρόμαυρο, Το παιχνίδι με το φως και τη σκιά» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση του Κώστα Κοσμά. Ο Γερμανός μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας πραγματικά σπουδαίων βιβλίων, όπως «Η μέτρηση του κόσμου» (2007), στρέφει το διεισδυτικό του βλέμμα στο εξαιρετικά ενδιαφέρον ζήτημα της σχέσης της τέχνης και του ολοκληρωτισμού. Μια σχέση άλλοτε συνενοχής και άλλοτε αντίστασης. Ο Κέλμαν ανατρέχει στη δύσκολη περίοδο της χιτλερικής κατοχής μέσα από τη μυθοπλαστική αφήγηση της ζωής του Γκ. Β. Παπστ, κορυφαίου σκηνοθέτη του βωβού κινηματογράφου της εποχής του Μεσοπολέμου που ανέδειξε την Γκρέτα Γκάρμπο και τη Λουίζ Μπρουκς και έγινε ευρύτερα γνωστός ως «κόκκινος Παπστ» λόγω του αντιπολεμικού του προσανατολισμού.

Ο Παπστ βρίσκεται στη Γαλλία για γυρίσματα όταν ο Χίτλερ καταλαμβάνει την εξουσία στη Γερμανία. Από τον φόβο του για τις επιπτώσεις της ναζιστικής κτηνωδίας καταφεύγει στο Χόλιγουντ. Ομως, εκεί ανακαλύπτει τη ρηχότητα του αμερικανικού κινηματογράφου. Εκείνος ήθελε να γυρίσει μια ταινία για την εξέγερση των ναυτών στο Κίελο το 1918 – βασισμένη στο «Θωρηκτό Ποτέμκιν» του Σεργκέι Αϊζενστάιν και όχι εύπεπτες ταινίες. Θα πάει πίσω στην πατρίδα του και θα κάνει κινηματογράφο υπό την απειλητική προστασία του Τζόζεφ Γκέμπελς, του υπουργού Προπαγάνδας του Χίτλερ.

Το μυθιστόρημα του Κέλμαν εστιάζει κυρίως στο πώς ένας καλλιτέχνης, σφοδρός αντίπαλος της στρατιωτικής βίας και του εθνικοσοσιαλισμού, τελικά συμφωνεί να κάνει μικρές, και στη συνέχεια μεγάλες, παραχωρήσεις στο καθεστώς. Περιγράφει τις αντιφάσεις, τη σαγηνευτική δύναμη του συμβιβασμού, τη συνθήκη όπου η ηθική παραμερίζεται για χάρη της καλλιτεχνικής σταδιοδρομίας. Χρησιμοποιώντας έξυπνη πρόζα και πειστικούς διαλόγους μάς μεταφέρει τα γεγονότα ολοζώντανα. Εχει δε σκηνοθετήσει το βιβλίο του πάνω στις κινηματογραφικές αρχές που θα σκηνοθετούσε ο Παπστ μια ταινία. Μια ταινία διασκεδαστική και ταυτόχρονα πρωτοποριακή.

Στην αρχή, στο μεταπολεμικό πλαίσιο του μυθιστορήματος, ο Φραντς Βίλτσεκ, πρώην σκηνοθέτης και παλιότερα βοηθός του Παπστ, που πάσχει από άνοια, σε μια συνέντευξη που δίνει αρνείται την ύπαρξη της χαμένης ταινίας του «Η Υπόθεση Μολάντερ», που γυρίστηκε στις τελευταίες μέρες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Επειτα, γυρίζουμε πίσω στο 1930, σε ένα πάρτι του Χόλιγουντ, και διαβάζουμε για τα όσα συμβαίνουν εκεί σαν να κινείται μια κάμερα, να περιφέρεται εδώ κι εκεί, κάνοντας ζουμ μέσα και έξω από μια συζήτηση: ο Παπστ παρασύρεται από έναν ναζί κατάσκοπο για να μετακομίσει στη Γερμανία· έπειτα μια σερβιτόρα μπλέκεται παράνομα σε μια ερωτική συζήτηση· έπειτα ο παραγωγός επαινεί έναν σεναριογράφο από την Ευρώπη, αλλά παρεμπιπτόντως, με την καλύτερη αμερικανική ευγένεια, πολύ διακριτικά κάνει γνωστό ότι το χειρόγραφό του δεν είναι καλό, μολονότι είναι εξαιρετικό. Ο Κέλμαν αναιρεί και αυτοαναιρείται χρησιμοποιώντας κωμικά μία αμερικανική λέξη παντού: Τέλεια!

Εντελώς κινηματογραφικά μεταφερόμαστε αμέσως μετά στο ταξίδι του σκηνοθέτη με τρένο, από την Ελβετία στην αυστριακή ύπαιθρο, με τη γυναίκα και τον γιο του, για να επισκεφτεί την άρρωστη μητέρα του. Οταν επιστρέφει στην αυστριακή, πλέον μεγάλη γερμανική, γη έπειτα από πολύ καιρό, τα σύνορα κλείνουν επειδή ξεκινά ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Θα μπορούσαν ακόμα να δραπετεύσουν, με έναν έμμεσο και περίπλοκο τρόπο, αλλά ο αναποφάσιστος Παπστ κρατά την οικογένειά του παγιδευμένη στην αυστριακή Γερμανία. Η γερμανική κινηματογραφική βιομηχανία, στην οποία έχουν απομείνει λίγοι πραγματικοί αστέρες, τον προσεγγίζει και έτσι μένει. Ο γιος τους ο Γιάκομπ γίνεται ναζί και η σύζυγός του η Τρούντε αλκοολική.

Η κορύφωση του μυθιστορήματος έρχεται μεταξύ εφιάλτη, ταινίας και πραγματικότητας και συμβαίνει στην Πράγα, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της «Υπόθεσης Μολάντερ» όπου μια ομάδα κρατουμένων, αδύναμων και πεινασμένων ανθρώπων, επιτάσσονται για κομπάρσοι της ταινίας. Στις ευχαριστίες του ο Κέλμαν διευκρινίζει πως πρόκειται για μυθοπλασία, οι συνθήκες της πράγματι χαμένης ταινίας του Παπστ ουδέποτε έγιναν γνωστές. Το βιβλίο του Κέλμαν αντιμετωπίστηκε με πολλές επικρίσεις από την κινηματογραφική κοινότητα της Γερμανίας και της Αυστρίας για τον τρόπο που σκιαγράφησε και δόμησε τον μυθιστορηματικό Παπστ. Σύμφωνα με τους επικριτές του, ο εμβληματικός σκηνοθέτης δεν ήταν τόσο πρόθυμος στη συνεργασία του με το καθεστώς και δεν γύριζε ταινίες απροκάλυπτης προπαγάνδας. Οι ναζί το απαιτούσαν αυτό μάταια. Μάλιστα, συμπεριέλαβε στις ταινίες του σκηνές για μεγάλες ιστορικές προσωπικότητες, όπως ο Παράκελσος (1943), οι οποίες θα μπορούσαν να θεωρηθούν κριτική του καθεστώτος. Σε μια σκηνή ένας αρλεκίνος μαστιγώνει πλήθος κόσμου που βρίσκεται σε έκσταση ενώ ακολουθεί τυφλά έναν παρανοϊκό ηγέτη.

Δικαίως ο Σαλμάν Ρουσντί έγραψε πως αυτό το βιβλίο του είναι τόσο συναρπαστικό, που δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου. Ο Κέλμαν, παρά το αρχικά χαοτικό σκηνικό που μας παρουσιάζει, συνέθεσε αριστοτεχνικά ένα μυθιστόρημα που εμβαθύνει σε ζητήματα για την τέχνη και την εργαλειοποίησή της από την πολιτική.