Ηταν μία από εκατοντάδες τουρίστες. Απ’ όλους αυτούς που γυρνοβολάνε (ακόμα!) με το δίχαλο και τη βερμούδα και μιλάνε δυνατά, λες κι αν μιλάς ξένη γλώσσα δεν ακούγεσαι –είναι κάποια ειδική πάθηση αυτή των τουριστών στην Ελλάδα, κάτι σαν ψευδαισθητική ηχομονωτική αλλοδαπίαση ας πούμε; Βέβαια η συγκεκριμένη, μάλλον Ισπανίδα, έμοιαζε κάπως πιο… συνεννοήσιμη. Εψαχνε κάτι κάπως ελληνικό και κάτι κάπως υγιεινό για να φάει.
Ηθελα να της πω πως πλέον αυτά τα δύο δεν συνάδουν μεταξύ τους, όχι γιατί το ελληνικό δεν είναι υγιεινό, αλλά γιατί καταρχάς δεν υπάρχει «ελληνικό» αλλά κυρίως ξενόφερτο σκουπίδι κι επιπλέον, το νεοελληνικό είναι τίγκα στη χοληστερίνη και στις «τρεσαμινάσες» (σ.σ. από την πολύ τρέσα βγαίνουν αυτές και χτυπάνε κατευθείαν στο συκώτι!) αν δεν είναι copy paste αμερικανικών κοτόπουλων (που κοτόπουλα δεν είναι) και αγελάδων που τρώνε άλλες αγελάδες για να γίνουν αγελαδινό μπιφτέκι σε αλυσίδες μεταλλαγμένων καταναλωτών.
Δεν είχα καθόλου χρόνο βέβαια (ούτε κι όρεξη) να πω όλα αυτά, οπότε της υπέδειξα ένα γιαούρτι με βρώμη, να τελειώνουμε. Το μαγαζί ήταν κάπως χάι και κάπως χιπ και ολίγον από bio, οπότε της άρεσε. Εγώ πάλι είχα γκανιάσει για νερό, ένεκα Σαλονίκης και Φεστιβάλ Κινηματογράφου και η τρεχάλα από τη μία ταινία στην άλλη είχε στερέψει την υγρασία μέσα μου. Η τύπισσα ανοίγει το γιαούρτι (μικρό ήταν, με την ετικέτα του μαγαζιού επάνω λες κι αυτοί το έπηξαν!), τρώει μια κουταλιά αλλά η βρώμη πάπαλα. Πάει στο ταμείο και ζητάει λίγη γκρανόλα βρώμης ακόμη. «Κάθε κουταλιά κάνει 1,20 ευρώ» της λένε… 400 δραχμές μια κουταλιά βρώμη, 1,20 ευρώ! Που 1,20 να ‘ν’ οι ώρες μου!
Γουρλωματιαστήκαμε αναμετάξυ μας με την Ισπανίδα, πήρε το κριθάρι της, πήρα το νερό, πήραμε τη λυπητερή και όπου φύγει φύγει.
Το απόγευμα πείνασα. Ενα σουβλατζίδικο, κεντρικό στην Πλατεία Αριστοτέλους, είχε χορτοφαγικό σουβλάκι: ένα ψωμάκι (όχι ολικής, ούτε πίτα – ψωμί), με γιαούρτι, μανιτάρια, ντομάτα: 4,50! Το μανιτάρι! Μισό ευρώ λιγότερο απ’ το κρέας. Μωρέ, 4,50 να ‘ν’ οι ώρες μου! Μην τα πολυλογώ, η επόμενη επιλογή ήταν ελάχιστα μακαρόνια, που με λίγη φέτα, ντομάτα και τρεις ελιές κομμένες στη μέση (υγιεινή σαλάτα ζυμαρικών και καλά) έκανε 8,60! Που 8,60 να ‘ν’ οι ώρες μου όμως, μπας και τελειώσει αυτό το μαρτύριο.
Τελικά, οι ώρες μου έκλεισαν 24ωρο. Με τελευταία ταινία της μέρας, τον «Εχθρό μου» του Γιώργου Τσεμπερόπουλου, σε σενάριο Γιάννη Τσίρου, του 2013. Βγαίνοντας, η κουταλιά της βρώμης του 1,20 στριφογυρνούσε στο κεφάλι μου σαν τη μύγα μες στο βράδυ, που την ακούς μα δεν τη βλέπεις. Η ταινία δείχνει έναν αριστερό, ανθρωπιστή με αξίες υψηλές ανθοπώλη, που νοιάζεται για κάθε φύλλο των φυτών του, ο οποίος πέφτει θύμα κλοπής, ενώ τού βιάζουν και την ανήλικη κόρη. Η απόγνωση κι ο απολύτως δικαιολογημένος θυμός τον οδηγούν στην αυτοδικία, ενώ στήριγμα βρίσκει μόνο στον ακροδεξιό γείτονά του, που του είχε συμβεί κάτι παρόμοιο. Μόνο εκείνος φαίνεται να τον καταλαβαίνει, αλλά στο τέλος, όταν ο ήρωας έχει σκοτώσει τον βιαστή –εξωφρενικά εξαιρετικοί οι Μανώλης Μαυροματάκης, Γιώργος Γάλλος και Κωνσταντίνος Μωραΐτης στους κεντρικούς ρόλους– το μετανιώνει, γιατί είχε κι εκείνος μωρό παιδί. Και μένει μόνος. Μόνος! Το φιλμ τελειώνει με τον ίδιο να κάθεται σε απόγνωση σε νησίδα κεντρικού, αθηναϊκού αυτοκινητόδρομου.
Μέσα μου άνθισε μία αβάσταχτη αλήθεια: Οποιας ιδεολογίας κι αν είσαι, από σοβαρός αριστερός έως κυρ Παντελής ή ακροδεξιός, ακριβώς επειδή «μετά από τόσες επαναστάσεις, κινήματα και αίμα, σκατά κοινωνία παραδώσαμε» όπως ακούγεται στην ταινία, μένεις μόνος. Δίχως συντρόφους. Αναγκάζεσαι και χάνεις τμήμα ή όλη σου την ανθρωπιά, αλλά ούτε οι επίσης απανθρωποποιημένοι φασίστες δεν θα σε συντρέξουν. Είσαι η μύγα στο σκοτάδι τους.
«Τρεις λέξεις έχω για σένα Τραμπ, γιατί ξέρω ότι ακούς: Ανέβασε την ένταση!» είπε ο νεοεκλεγμένος δήμαρχος Νέας Υόρκης, που έκανε την αριστερόστροφη, αντιτραμπική έκπληξη. Κι όμως… δεν θέλω άλλη ένταση. Θέλω να μπορώ ν’ ακούω τη μύγα μες στο βράδυ. Να μη χάσω μήτε φτερούγισμά της· γίνεται;
