To 2007 η εφημερίδα «O Globo» ζήτησε από Βραζιλιάνους αρχιτέκτονες και διανοούμενους να φανταστούν τη φυσιογνωμία του Ρίο ντε Τζανέιρο τις επόμενες δεκαετίες. Ξεχώρισε ένα έργο όπου ένα φουτουριστικό κτίριο επιδείκνυε ταμπέλα που με την αισθητική των McDonald’s έγραφε «Comando Vermelho – CV». Ενα μέλλον όπου η διαβόητη συμμορία «Κόκκινη Διοίκηση» θα ήταν το σήμα κατατεθέν της πόλης.
Mια αγνοημένη προφητεία που 18 χρόνια μετά έχει γίνει πραγματικότητα και επικυρώθηκε με τον πιο τραγικό τρόπο την περασμένη Τρίτη με την επιχείρηση που διέταξε ο ακροδεξιός μπολσοναριστής κυβερνήτης του Ρίο, Κλαούντιο Κάστρο, κατά του αρχηγείου της «CV» στις φτωχογειτονιές Αλαμάο και Πένια. Ο πόλεμος ανάμεσα στους ναρκεμπόρους και τη στρατιωτική αστυνομία μετέτρεψε τις φαβέλες σε πεδίο μάχης με 132 νεκρούς: πολλοί ανασύρθηκαν από γύρω δασώδη περιοχή και στοιβάζονταν σε μια μακάβρια σειρά, με πτώματα να φέρουν σημάδια εν ψυχρώ εκτέλεσης, κάποια με δεμένα τα χέρια, άλλα ακρωτηριασμένα και μερικά αποκεφαλισμένα.
Μαθητεύοντας στους πολιτικούς κρατούμενους
Η «Κόκκινη Διοίκηση» («CV») είναι η μεγα-ναρκοσυμμορία του Ρίο. Το «κόκκινο» προέκυψε γιατί οι απαρχές της βρίσκονται στην αναγκαστική συνύπαρξη κοινών εγκληματιών και πολιτικών κρατουμένων (πολλοί από αυτούς κομμουνιστές και αντάρτες) στις φυλακές του νησιού Ilha Grande στη διάρκεια της δικτατορίας (1964-1985), όταν αυτοί διαμόρφωσαν την αποκαλούμενη «Κόκκινη Φάλαγγα» με δομές για να βελτιώσουν τις συνθήκες ζωής τους και μέσα από μια κοινή αντιπροσώπευση να διαπραγματευτούν με τη διοίκηση. Για τους ποινικούς αυτή η συμβίωση έγινε μαθητεία πειθαρχίας, οργάνωσης και συλλογικής δράσης, που σχεδόν 50 χρόνια αργότερα θα τους μεταμόρφωνε σε μια πανίσχυρη μαφία, ικανή να απειλήσει την εξουσία στη χώρα.
Οταν οι πολιτικοί κρατούμενοι άρχισαν να απελευθερώνονται η «Κόκκινη Φάλαγγα» έγινε «Κόκκινη Διοίκηση» και άρχισε να συγκεντρώνει χρήματα για εντυπωσιακές αποδράσεις κι έπειτα για να μπει στο επικερδές εμπόριο της κοκαΐνης αντικαθιστώντας το συμβολικό κόκκινο της μαχόμενης Αριστεράς με το αίμα που σπέρνει με την απερίγραπτη βία των περίπου 30.000 μελών της και των πλοκαμιών που έχει σε διάφορες περιοχές της Βραζιλίας (ιδίως στα σύνορα της Αμαζονίας για να ελέγχει τη ροή των ναρκωτικών), αλλά και σε άλλες χώρες της Νότιας Αμερικής.
Σήμερα η «CV» είναι κράτος εν κράτει στο Ρίο. Στρατολογεί νέους από τις πιο περιθωριοποιημένες φαβέλες που, μπροστά στην απουσία του κράτους και την έλλειψη προοπτικών, βρίσκουν το έγκλημα μια οικονομική διέξοδο. Εφηβοι και εικοσάχρονοι «στρατιώτες», έτοιμοι να υπακούσουν τυφλά στις πιο ακραίες εντολές των «κάπο», των αρχηγών, ακόμα και από τη φυλακή. Στις γειτονιές που ελέγχει έχει έναν εσωτερικό κώδικα σχεδόν στρατιωτικό και δικά του «δικαστήρια». Η προδοσία πληρώνεται με θάνατο, η ανυπακοή με εξαφάνιση, η κλοπή με ακρωτηριασμό, ακόμα και ένα στραβοκοίταγμα σε έναν funk χορό μπορεί να «θάψει» τον δράστη σε μια δεξαμενή με πάγο επί ώρες.
Ανάμεσα σε ναρκέμπορους και παραστρατιωτικούς
Σήμερα στο Ρίο ο μεγαλύτερος ανταγωνισμός δεν είναι ανάμεσα στη «CV» κι άλλες ναρκοσυμμορίες, αλλά μεταξύ αυτής και των παραστρατιωτικών πολιτοφυλακών. Τις αποτελούν πρώην (αλλά και εν ενεργεία) αστυνομικοί, στρατιωτικοί και πράκτορες ασφάλειας, στα πρότυπα των ταγμάτων θανάτου που τις προηγούμενες δεκαετίες «καθάριζαν» τους δρόμους της πόλης, πρώτα από διαφωνούντες και μετά από άστεγους, ζητιάνους, χαμίνια.
Παρότι εμφανίστηκαν ως «κοινοτικές αυτοάμυνες» απέναντι στις συμμορίες, οι πολιτοφυλακές είναι βίαιες μαφίες που εδραιώθηκαν με τη συνενοχή τοπικών πολιτικών που τους προστατεύουν και κυριαρχούν μέσω του εκφοβισμού των κατοίκων ζητώντας «φόρους» για τα πάντα: το νερό, τις φιάλες αερίου, τις μεταφορές, τις αγοραπωλησίες γης, την «προστασία» καταστημάτων, ενώ τα τελευταία χρόνια έχουν επεκταθεί στην τοκογλυφία και το ναρκεμπόριο. Οσοι κάτοικοι αρνούνται να πληρώσουν ή αγοράζουν από «μη εξουσιοδοτημένους» πωλητές τιμωρούνται με δημόσιο ξυλοδαρμό, δολοφονίες και εξαφανίσεις.
Ετσι το Ρίο κατέληξε μια περιοχή χωρισμένη σε φέουδα ανομίας. Το 2020-2021 οι παραστρατιωτικοί διαχειρίζονταν τουλάχιστον 35 επίσημες συνοικίες και 165 φαβέλες. Αλλά έπειτα από αιματηρές συγκρούσεις, μία διετία αργότερα η «CV» τούς εκτόπισε: επέκτεινε τα εδάφη που ελέγχει κατά 8,4%, φτάνοντας πλέον το 52% του συνόλου των εδαφών (όπου ζουν δύο εκατομμύρια πολίτες) που ελέγχονται από το οργανωμένο έγκλημα στο Ρίο, αφήνοντας στους παραστρατιωτικούς το 48% με 1,7 εκατομμύρια κατοίκους.
Υπό συστηματική ομηρία
Στις φαβέλες επικρατεί τρόμος, αποτροπιασμός, οργή για αυτή τη σφαγή, τη μεγαλύτερη που έχουν κάνει αστυνομικές δυνάμεις στη χώρα. Νιώθουν όμηροι, εγκλωβισμένοι σε αντίπαλα πυρά και σε μια ζωή υπό τρομοκρατία από εγκληματίες αλλά και αστυνομία που έχει κανονικοποιήσει τον συστηματικό ρατσισμό και τη βία σκοτώνοντας κάθε χρόνο 5.000 ανθρώπους στη χώρα, στην πλειονότητά τους νέους μαύρους.
Βγαίνουν ξανά από τα σπίτια τους όπου οχυρώθηκαν και αντικρίζουν ανήμποροι και αγανακτισμένοι τα ίχνη της κτηνωδίας. Δίπλα τους βρίσκονται συγγενείς νεαρών δολοφονημένων σε προηγούμενες αστυνομικές επιχειρήσεις που μέσα από εθελοντικές ομάδες αλληλεγγύης συνδράμουν τους κατοίκους. Κρατώντας τις φωτογραφίες των δικών τους νεκρών σε μια αυτοσχέδια διαμαρτυρία πένθους, φέρουν πλακάτ που γράφουν για τον κυβερνήτη Κάστρο «δολοφόνος» και «εκτελεστής». Περιμένοντας την επόμενη αιματηρή σύγκρουση σε έναν πόλεμο που δεν μοιάζει να έχει τέλος.
Σηκώνουν κεφάλι οι μπολσοναριστές
Η Δεξιά, στριμωγμένη μετά από μήνες ηττών (από την καταδίκη του Μπολσονάρο ώς τις πρόσφατες συνομιλίες Τραμπ – Λούλα για την αποκατάσταση των διμερών σχέσεων με τις ΗΠΑ), σχεδιάζει μια δυναμική αντεπίθεση, γράφει η «Folha» του Σάο Πάολο. «Οι κυβερνήτες, σαν τον Κάστρο, θέλουν να χρησιμοποιήσουν τη σφαγή του Ρίο ντε Τζανέιρο ως προπαγάνδα για να δημιουργήσουν ένα σύνθημα εκστρατείας και να προετοιμάσουν μια επίθεση κατά της ομοσπονδιακής κυβέρνησης» ενόψει των εκλογών του 2026.
Ο γιος του φυλακισμένου πλέον Μπολσονάρο, γερουσιαστής Φλάβιο, που είναι και επικεφαλής της Επιτροπής Δημόσιας Ασφάλειας της Γερουσίας, ακολουθώντας την τραμπική ρητορική μιλά για ναρκο-τρομοκράτες. Την περασμένη εβδομάδα πρότεινε οι Ηνωμένες Πολιτείες να αναπτύξουν στρατιωτικές δυνάμεις και στα βραζιλιάνικα χωρικά ύδατα βομβαρδίζοντας πλοιάρια που φεύγουν από τον κόλπο Γκουαναμπάρα, απέναντι από το Ρίο. Ενθαρρυμένος από το κλίμα, ο μπολσοναριστής κυβερνήτης Κάστρο διέταξε την επιχείρηση που κατέληξε στο πρωτοφανές λουτρό αίματος, αιφνιδιάζοντας και τις ομοσπονδιακές αρχές και τον πρόεδρο Λούλα, ο οποίος επέστρεφε από επίσημο ταξίδι στην Ασία. Ο Κάστρο μίλησε επίσης για «τρομοκράτες», αγνόησε τους 132 σφαγιασμένους, δηλώνοντας περήφανος για την επιχείρηση των 2.500 πρακτόρων του, ισχυρίστηκε πως «ήταν μια επιτυχία, αν εξαιρέσουμε τον θάνατο τεσσάρων αστυνομικών» και ζήτησε από τις εθνικές αρχές «να μη φεισθούν καμίας δύναμης πυρός για να τους εξουδετερώσει».
Την ίδια ημέρα είχε τηλεδιάσκεψη με διάφορους ακροδεξιούς κυβερνήτες -ανάμεσά τους και κάποιοι οι οποίοι φιλοδοξούν να αντικαταστήσουν τον Μπολσονάρο ως προεδρικοί υποψήφιοι το 2026- για να οργανώσουν τα επόμενα βήματά τους.
