Η έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου -και η είσοδος της Ελλάδας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο- προκάλεσε κύμα αλληλεγγύης προς τους στρατευμένους νέους που εκφράστηκε με μαζικές προσφορές χρημάτων και υλικών, κυρίως ρουχισμού, μέσα από σειρά εράνων.
Οι έρανοι ελέγχονταν από το δικτατορικό καθεστώς του Ι. Μεταξά και φαίνεται ότι σταμάτησαν μετά την έναρξη του πολέμου με τη Γερμανία. Ωστόσο, ένας έρανος που οργανώθηκε υπό την εποπτεία του Παλατιού και συγκεκριμένα από την τότε «πριγκίπισσα διάδοχο» και μετέπειτα βασίλισσα, Φρειδερίκη, αυτός για τη «Φανέλα του Στρατιώτη», αποδείχτηκε ο μακροβιότερος, καθώς συνεχίστηκε και μεταπολεμικά, για πολλά χρόνια, με ιδιαίτερο ζήλο, από τον μετεμφυλιακό κρατικό μηχανισμό. Τελικά, ο έρανος εντάχθηκε στις δραστηριότητες -και στα έσοδα- των «Βασιλικών Ιδρυμάτων» – το Βασιλικό Ιδρυμα Πρόνοιας ή Βασιλική Πρόνοια ιδρύθηκε το 1955 και κατηγορήθηκε πολλές φορές για αδιαφανή διαχείριση των σημαντικών πόρων του.
Αρχικά, η «Φανέλλα του Στρατιώτου», όπως ήταν η επίσημη ονομασία, αποτελούσε Ιδρυμα, στο οποίο -σύμφωνα με το καταστατικό του- επίτιμη πρόεδρος ήταν η τότε «πριγκίπισσα διάδοχος» Φρειδερίκη. Η ίδια διόριζε την επταμελή επιτροπή διοίκησης και κατένεμε τις θέσεις προέδρου, αντιπροέδρου, γραμματέα, ταμία και εφόρου. Η σύσταση και το καταστατικό του εγκρίθηκαν, τον Οκτώβριο του 1938, με βασιλικό διάταγμα (ΦΕΚ Α’ 387/1938).
Ως σκοπός του Ιδρύματος οριζόταν «η παροχή μαλλίνων ειδών ιματισμού, βιβλίων, περιοδικών και εν γένει παντός πράγματος όπερ δύναται να συντελέση εις την ψυχαγωγίαν του Στρατού Προκαλύψεως».
Παρόμοιο Ιδρυμα δημιουργήθηκε και στη Θεσσαλονίκη, το οποίο λειτουργούσε υπό την προεδρία της συζύγου του υποστράτηγου και υπουργού-γενικού διοικητού Μακεδονίας Γεωργίου Κυρίμη (1881-1967).
Η δραστηριότητα των δύο Ιδρυμάτων ξεκίνησε από τον πρώτο χρόνο λειτουργίας τους και πέντε ημέρες πριν από την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες («Ακρόπολις», φ. 23.10.1940) ανακοίνωση της «Φανέλας του Στρατιώτη», που καλούσε τους πολίτες να καταθέσουν χρηματικές προσφορές στην Εθνική Τράπεζα, να παραδώσουν είδη ρουχισμού στα γραφεία του Ιδρύματος στην οδό Κριεζώτου 12, αλλά και να προσφέρουν εθελοντική εργασία πλεξίματος μάλλινων ειδών. Η ανταπόκριση του κόσμου, που επιθυμούσε να εκφράσει έμπρακτα τη συμπαράστασή του στους στρατιώτες του μετώπου, ήταν μεγάλη.
Πριν συμπληρωθεί εβδομάδα από την έναρξη του πολέμου, είχαν συγκεντρωθεί στη «Φανέλα του Στρατιώτη» από εράνους 491.178 προπολεμικές δραχμές – ποσό ιδιαίτερα υψηλό για την εποχή. Επίσης, όπως αναφερόταν στον Τύπο, προσφέρονταν σημαντικά χρηματικά ποσά «υπέρ των Ενόπλων Δυνάμεων», που αποστέλλονταν προσωπικά στον Ιωάννη Μεταξά, κυρίως από κρατικούς οργανισμούς, τράπεζες, εταιρείες αλλά και επώνυμους πολίτες, οι οποίοι πιθανόν επιδίωκαν να διατηρήσουν καλές σχέσεις με το καθεστώς.
Παράλληλα, πραγματοποιούνταν και άλλοι έρανοι: για τις ανάγκες του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, υπέρ της «Βασιλικής Αεροπορίας» (είχε ξεκινήσει προπολεμικά), «διά τα μαθητικά συσσίτια», υπό την εποπτεία της συζύγου του Μεταξά, Λέλας, κ.ά.
Ιδιαίτερα προσοδοφόρος ήταν ο έρανος «Κοινωνικής Πρόνοιας», για να ενισχυθούν «τα μαχόμενα παιδιά μας (…), διά την συντήρησιν των οικογενειών τους». Ωστόσο, αν και δημοσιεύονταν κατά διαστήματα απολογιστικά στοιχεία εσόδων, παραμένει άγνωστο αν έφτασαν τελικά χρήματα σε οικογένειες στρατευμένων. Ταυτόχρονα με τους εράνους, η κυβέρνηση απηύθυνε συνεχείς εκκλήσεις για την παράδοση κουβερτών και μάλλινων ειδών ρουχισμού (κασκόλ, γάντια κ.ά.), γεγονός που μαρτυρά την ανεπαρκή πολεμική προετοιμασία του μεταξικού καθεστώτος.
Ιδιαίτερα… δραστήρια αποδείχτηκε η μεταξική Εθνική Οργάνωσις Νεολαίας (ΕΟΝ), η οποία συγκέντρωνε χρήματα, μάλλινα είδη, ακόμα και οικιακό εξοπλισμό για τα «νεοϊδρυθέντα «Σπίτια του Στρατιώτη».
Ωστόσο, σε αντίθεση με τη «Φανέλα του Στρατιώτη», η οποία λίγο πριν από τον πόλεμο με τη Γερμανία -και την προγραμματισμένη φυγή του Παλατιού και της κυβέρνησης στο εξωτερικό- παρουσίασε απολογισμό της δράσης της, η ΕΟΝ δεν έδωσε ποτέ λογαριασμό. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, τα στελέχη της φρόντισαν να εξαφανίσουν κάθε σχετικό στοιχείο.
Ο Σπύρος Λιναρδάτος, στο έργο του «4η Αυγούστου» (εκδ. Θεμέλιο, σελ. 201), γράφει χαρακτηριστικά: «(…) Ενώ οι φαντάροι μας ξεπάγιαζαν, προσμένοντας μάταια ένα μάλλινο πουλόβερ, ένα ζευγάρι κάλτσες, οι “υπερπατριώτες” της ΕΟΝ γλεντούσαν στα πολυτελή τους γραφεία με το κονιάκ, τα σύκα, τα γλυκά που προσέφερε ο λαός για τους φαντάρους σπαταλώντας τα λεφτά που έδινε ο κόσμος από το υστέρημά του».
«Και θα μείνει αιώνιο στίγμα στην ιστορία της ελληνικής φασιστικής Δεξιάς η ιεροσυλία της κλοπής των δεμάτων των φαντάρων μας. Μετά την κατάρρευση βρέθηκαν ολόκληρες αποθήκες της ΕΟΝ με δέματα συγκεντρωμένα από την αρχή του πολέμου που οι “ηγέτες” της φασιστικής νεολαίας περίμεναν την κατάλληλη ευκαιρία να τα πουλήσουν. Ηταν όσα είχαν μείνει», συμπληρώνει.
Σύμφωνα με τον απολογισμό του Ιδρύματος της «Φανέλας του Στρατιώτη», μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 1941 είχαν διανεμηθεί στις Ενοπλες Δυνάμεις 734.745 τεμάχια – κυρίως κάλτσες (461.520 ζεύγη), γάντια (64.290 ζεύγη), πουλόβερ (75.912), καθώς και φανέλες, κασκόλ, κουβέρτες κ.ά. Σε μεταγενέστερους απολογισμούς (Φεβρουάριος και Νοέμβριος 1947), τα στοιχεία διαφοροποιούνται αυξανόμενα σημαντικά, γεγονός που εγείρει εύλογες αμφιβολίες για την ακρίβειά τους. Το Ιδρυμα, στις μεταπολεμικές ανακοινώσεις του, ισχυρίστηκε ότι πραγματοποίησε διανομές ειδών κατά τη διάρκεια της Κατοχής και αμέσως μετά την απελευθέρωση, με χρήματα που είχε συγκεντρώσει η Φρειδερίκη μέσω εράνων στην Αίγυπτο. Η επίσημη δραστηριότητά του, ωστόσο, επανεκκινεί με την παλινόρθωση της βασιλείας, μετά το διαβλητό δημοψήφισμα της 1ης Σεπτεμβρίου 1946.
Ετσι, τον Ιανουάριο του 1947 (εφ. «Ελευθερία», φ. 22.1.1947) διοργανώθηκε φιλανθρωπική συναυλία υπέρ της «Φανέλας του Στρατιώτη» με τη συμμετοχή της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, ενώ τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους έγινε κάλεσμα για οικονομικές συνεισφορές ή προσφορές ειδών για τους στρατιώτες και τους χωροφύλακες «που αγωνίζονται σκληρά (…) διά την ασφάλειαν της Πατρίδος μας». Ανάλογες εκκλήσεις ακολούθησαν τους επόμενους μήνες.
Μετά την άνοδο του Παύλου στον θρόνο, τον Απρίλιο του 1947, διαρκούντος του εμφυλίου πολέμου, η Φρειδερίκη δεν περιορίστηκε στη «Φανέλα του Στρατιώτη». Οπως ανέφερε η εφημερίδα «Ακρόπολις» (φ. 5.7.1947), «θα ηγηθή πανελληνίου εράνου διά την ενίσχυσιν των ανταρτόπληκτων». Ετσι, δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α’ 140/1947) διάταγμα για τη σύσταση επιτροπής «διενέργειας εράνων υπέρ των πληθυσμών Βορείου Ελλάδος» υπό την επωνυμία «Πρόνοια Βορείου Ελλάδος».
Η «Πρόνοια» δεν περιορίστηκε στα έσοδα των εράνων. Από τη σύστασή της τροφοδοτήθηκε με σειρά έμμεσων φόρων «υπέρ του εράνου Βορείων Επαρχιών» και «προς ενίσχυσιν οικογενειών μαχομένων», που απέφεραν μεγάλα έσοδα στα «Βασιλικά Ιδρύματα».
«Τα Ιδρύματα όπως η “Πρόνοια Βορείων Επαρχιών”, το Εθνικό Βασιλικό Ιδρυμα και ο Οργανισμός Αποκαταστάσεως έχουν καταβροχθίσει στο διάστημα της ζωής τους περίπου 4,2 δισεκατομμύρια δραχμές ή 140 εκατομμύρια δολάρια ή 14 εκατομμύρια χρυσές λίρες ή 120.000 κιλά χρυσάφι», έγραφε η εφημερίδα «Δημοκρατική Αλλαγή» το 1964, ενώ στη Βουλή διατυπώνονταν συχνά καταγγελίες για αδιαφανή διαχείριση.
Παράλληλα, ο έρανος για τη «Φανέλα του Στρατιώτη» συνεχιζόταν ακόμη και μετά το τέλος του Εμφυλίου. Διεξαγόταν κάθε Νοέμβριο και Δεκέμβριο. Η διαφορά ήταν ότι δεν συγκεντρώνονταν, πλέον, μάλλινα ή άλλα είδη ρουχισμού, αλλά χρήματα. Μάλιστα, το 1955 είχαν συγκεντρωθεί 8.200.000 δραχμές («Ελευθερία» φ.14.11.1956).
Η διεξαγωγή των εράνων γινόταν κρατική υπόθεση. Συγκροτούνταν στις μεγάλες πόλεις, όπως έγινε το 1956 στον Πειραιά, «Μεγάλη Ερανική Επιτροπή», που έδρευε στο Δημαρχείο και συμμετείχαν εκπρόσωποι της Εκκλησίας, του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου, του Βιοτεχνικού, του Ναυτικού Επιμελητηρίου, επιστημονικών συλλόγων, ο αστυνομικός διευθυντής Πειραιά, ο κεντρικός λιμενάρχης κ.ά.
Για τον έρανο που έγινε το 1959, σε εγκύκλιο που είχε εκδοθεί στο Ρέθυμνο και απευθυνόταν στους εκπαιδευτικούς του νομού, διαβάζουμε:
«Με διαταγή της Νομαρχίας συνεκροτήθησαν Επιτροπαί στας οποίας συμμετέχουν και οι δημοδιδάσκαλοι, αίτινες επιτροπές θα περιέλθουν τα καταστήματα και τας οικίας (…) διά την συλλογή του εράνου έναντι κουπονίων». Η εγκύκλιος κατέληγε προειδοποιητικά: «Παραγγέλλομεν όπως επιδείξητε όλον τον ζήλον και την δραστηριότητά σας διά την επιτυχίαν του εράνου τούτου».
Ως αιτιολόγηση αναφερόταν: «Ο έρανος ούτος, τελών υπό την Προεδρίαν της Α.Μ. της Βασιλίσσης, επιβάλλεται να γίνεται καίτοι διερχόμεθα ειρηνικήν περίοδον, διότι οι διαφυλάσσοντες την τιμήν και την ακεραιότηταν της Πατρίδος μας Στρατιώται και ΤΕΑ εκτός του ότι θα αισθανθούν ιδιατέραν χαράν και ικανοποίησιν λαμβάνοντες των εκ μαλλίνων ειδών δέμα του εράνου της “Φανέλλας του Στρατιώτου” θα εννοήσουν και ότι ο Ελληνικός Λαός ίσταται συμπαραστάτης των».
Τα αλήστου μνήμης Τάγματα Εθνοφυλακής Αμύνης (ΤΕΑ), που συγκροτήθηκαν το 1948, ανέπτυξαν έντονη παραστρατιωτική δράση στην επαρχία εναντίον κομμουνιστών και «συνοδοιπόρων», με αποκορύφωμα τη συμμετοχή τους στις εκλογές βίας και νοθείας του 1961. Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «Ελευθερία» (φ. 17.11.1956), τα μέλη των ΤΕΑ λάμβαναν αρβύλες και χλαίνες, ενώ στα δέματα περιλαμβάνονταν ακόμα τσιγάρα, σοκολάτες, καραμέλες, αναπτήρες «θυέλλης» και ξυριστικές μηχανές.
Ο έρανος για τη «Φανέλα του Στρατιώτη» καταργήθηκε, όπως και όλες οι βασιλικές ερανικές επιτροπές, το 1970. Τα περισσότερα ιδρύματα είτε μετατράπηκαν σε Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου είτε εντάχθηκαν στον Εθνικό Οργανισμό Πρόνοιας.
