Η γλώσσα και οι λέξεις είναι ένα πολύτιμο και ντελικάτο εργαλείο εξερεύνησης και έρευνας, ένα θέατρο όπου σκηνογραφούνται χίλια όνειρα πριν προσπαθήσουμε να τα πραγματοποιήσουμε -ή να τρομοκρατηθούμε από την παρουσίασή τους-, πριν τα βάλουμε για πάντα στην άκρη. Είναι η ουσία του ανοίγματος προς το εφικτό, είναι ο ιστός της φαντασίας μας, η συγκρουσιακή κι όμως επίπονη εγγύηση ότι το μέλλον μας είναι αποτέλεσμα μιας επιλογής, πρόδηλης μεν αλλά όχι γι’ αυτό λιγότερο φορτισμένης με υπευθυνότητα. Ειδικά όταν τις καθηλώνουμε στους κανόνες που υπαγορεύονται από την εξουσία ή όταν μεταμορφώνονται σε αλαζονικές θέσεις από κοινότοπες λογικές που υπαγορεύονται από το λεξικό.
Οι λέξεις δεν είναι ουδέτερες. Συχνά έχουν σημαντικές παρηχήσεις, υποδηλώνουν κεντρικά στοιχεία της ύπαρξής μας και η χρήση τους μας εμπλέκει συναισθηματικά και νοητικά. Το να τις κάνουμε κτήμα μας, να καθορίσουμε το νόημά τους, είναι ένας ύπουλος αλλά και ικανότατος τρόπος για να επιβάλουμε μια κάποια ρητορική και μέσω αυτής σημαντικές και ποιοτικές επιλογές.
Η πρόδηλη πολιτική ή πολεμική ερμηνεία των ορισμών είναι λοιπόν ένα ουσιαστικό στοιχείο ενός επαναστατικού προγράμματος και επιπλέον ουσιαστικό στοιχείο για να προστατέψουμε τον χώρο κινήσεων όπου γεννιέται κάθε επανάσταση, η αμυδρή αλλά απαράβατη υπόσχεση ελευθερίας που προσφέρεται από τις λέξεις.
Σε μια κάποια στιγμή η νοητική επανάσταση, προσωπική ή κοινωνική, αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα: να αναδείξει την αντίθεση που διασχίζει τις λέξεις-κλειδί της κοινής μας εμπειρίας και να παρουσιάσει με καθαρότητα τα νοήματα που μας είναι αγαπητά. Κάνοντας αυτές τις κινήσεις χρειάστηκε να αναλάβει μια άλλη ουσιαστική λειτουργία, περισσότερο εσωτερική παρά εξωτερική, δηλαδή να εξασφαλίσει με σιγουριά ότι αυτές οι έννοιες ήταν συμβατές η μία με την άλλη, ότι η χρήση τους σε διαφορετικά συμφραζόμενα, για ειδικούς ενίοτε σκοπούς στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα, δεν έκρυβε μύχιες αντιφάσεις.
