Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι «περιπέτειες» του μνημείου του Αγνωστου Στρατιώτη, που ξεκίνησαν πριν ακόμα κατασκευαστεί, και οι παρεμβάσεις του υπουργείου Στρατιωτικών, νυν Εθνικής Αμυνας, «ζωντανεύουν» σε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση στη Βουλή, σχεδόν πριν από έναν αιώνα. Πρωταγωνιστής της συζήτησης, που έγινε στις 12 Ιουλίου 1929, ήταν ο επικεφαλής της Δημοκρατικής Ενώσεως, Αλέξανδρος Παπαναστασίου, ένας δημοκρατικός πολιτικός, κοινωνιολόγος και πολιτικός επιστήμονας, που διατέλεσε δύο φορές πρωθυπουργός.

Η συζήτηση προκλήθηκε με αφορμή την αναφορά καλλιτεχνών, οι οποίοι εξέφραζαν την αντίθεσή τους στην κατασκευή του μνημείου μπροστά από τα Παλαιά Ανάκτορα, τη σημερινή Βουλή.

Εκεί ο Παπαναστασίου αναφέρθηκε στους σκοπούς του Θεόδωρου Πάγκαλου, που επί των ημερών της δικτατορίας του θέλησε να κατασκευάσει το μνημείο. «Επί της δικτατορικής περιόδου ο δικτάτωρ, θέλων να εξυψώση περισσότερον το γόητρον της δικτατορίας, είχεν ορίσει ότι τα Παλαιά Ανάκτορα θα χρησιμεύσουν ως υπουργείον των Στρατιωτικών και είχεν ορίσει επίσης την πλατείαν των Ανακτόρων ως τόπον διά την ανέγερσιν του μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτου», ανέφερε ο ίδιος. Και πρόσθεσε:

«Είναι προφανές ότι αύται αι δύο αποφάσεις ένα είχον σκοπόν: όχι να απονείμουν μεγαλειτέραν τιμήν εις τον Αγνωστον Στρατιώτην, αλλά πώς [να] εξάρουν το σώμα (σ.σ. εννοεί τον στρατό) εκείνο επί του οποίου εστηρίζετο το αυθαίρετον καθεστώς».

Πραγματικά, τον Μάρτιο του 1926 ο Πάγκαλος, που διατηρούσε και την ιδιότητα του υπουργού Στρατιωτικών, προκήρυξε διαγωνισμό «μεταξύ Ελλήνων Αρχιτεκτόνων, Γλυπτών και Ζωγράφων διά την υποβολήν μελέτης ανεγέρσεως του τάφου Αγνώστου Στρατιώτου εις την έμπροσθεν των Παλαιών Ανακτόρων Πλατείαν καταλλήλως προς τούτο διαρρυθμιζομένην».

Στον διαγωνισμό κατατέθηκαν 18 προτάσεις και η επιτροπή, που αποτελούνταν «από τέσσαρας στρατιωτικούς και ένα καλλιτέχνην», όπως είπε ο Παπαναστασίου, επέλεξε το έργο του αρχιτέκτονα Εμμ. Λαζαρίδη. «Κατά σύμπτωσιν οι αξιωματικοί ήσαν σύμφωνοι υπέρ του βραβευθέντος έργου, ο ένας καλλιτέχνης εναντίον», είχε πει, δηκτικά, ο ομιλητής.

Συνεχίζοντας είπε πως μετά την πτώση της δικτατορίας Πάγκαλου, επί οικουμενικής κυβέρνησης, συγκροτήθηκε νέα επιτροπή, αποτελούμενη κατά πλειοψηφία από αρχιτέκτονες, γλύπτες και άλλους καλλιτέχνες, η οποία κατέληξε, τεκμηριωμένα, ότι δεν έπρεπε το μνημείο να γίνει στην πλατεία Παλαιών Ανακτόρων αλλά σε κάποιο άλλο μέρος, προκρίνοντας το Πεδίον του Αρεως.

«Αλλά παραδόξως μετά τη γνωμοδότηση αυτής της επιτροπής το υπουργείον των Στρατιωτικών συνέστησεν άλλη επιτροπήν ολιγομελή, η οποία κατά πλειοψηφίαν αποτελείτο από στρατιωτικούς και η οποία εγνωμοδότησε, επανελθούσα εις την παλαιάν απόφασιν, να γίνη εις τα Παλαιά Ανάκτορα, χωρίς να ληφθή υπόψιν η γνώμη των καλλιτεχνών», παρατήρησε ο Παπαναστασίου. Αργότερα, αναφέρθηκε ότι η κατασκευή του μνημείου στη θέση όπου βρίσκεται «εξαφανίζει» το πανέμορφο κτίριο, σήμερα της Βουλής.

Η Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου που αποφασίζει την κατασκευή του μνημείου του Αγνωστου Στρατιώτη στην πλατεία Παλαιών Ανακτόρων (σήμερα Συντάγματος)

Σε αυτή την άποψη προσχώρησε και ο Βενιζέλος και τον Ιούνιο του 1928, δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α 112/30.6.1928) Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, με την οποία καθοριζόταν ότι το μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη θα γινόταν στην πλατεία Παλαιών Ανακτόρων.

Μεταγενέστερα (δεκαετία του 1990), κάποιοι υποστήριξαν ότι η επιλογή αυτή έγινε από τον Βενιζέλο ώστε να σηματοδοτείται η θυσία του στρατιώτη για τη δημοκρατία, αφού στα Παλαιά Ανάκτορα στεγάστηκε, τελικά, η Βουλή.

Ομως, αυτό δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί διότι:

α) Στην παραπάνω Πράξη, που δρομολόγησε την έναρξη των εργασιών, αναφέρεται ότι τα Παλαιά Ανάκτορα θα χρησιμοποιηθούν ως Μουσείο ή Πινακοθήκη. Η προκήρυξη διαγωνισμού για τη μετατροπή τους σε κτίριο της Βουλής έγινε μερικούς μήνες αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1929.

β) Ο ίδιος ο Βενιζέλος, απαντώντας στη Βουλή στον Αλ. Παπαναστασίου, δεν ανέφερε τίποτα σχετικό, λέγοντας μόνο πως «έχω μελετήσει αυτό το ζήτημα και κατέληξα τέλος εις το συμπέρασμα να γίνει εκεί. (…) Πρέπει να γίνει εις κεντρικόν μέρος, διότι παντού (ενν. στην Ευρώπη) είναι εις κεντρικόν μέρος».

Με τις διαφωνίες να συνεχίζονται άρχισε η κατασκευή του έργου και όπως φαίνεται από διάφορες πηγές, οι παρεμβάσεις των στρατιωτικών ήταν συχνές, ακόμα για τη σειρά αναγραφής των μαχών. Αποτέλεσμα ήταν «να παρουσιασθή γραμματικόν εξάμβλωμα», όπως έγραφε χαρακτηριστικά η εφημερίδα «Ελληνική» (φ. 25.3.1932), αφού π.χ. σε μια γραμμή αναφέρεται η λέξη «Λαχαν-» και στην άλλη το «α» της λέξης «Λαχανά».

Στα αξιοσημείωτα είναι ότι πριν από την έναρξη της κατασκευής του μνημείου, ο Λαζαρίδης αντικατέστησε τον γλύπτη και καθηγητή στη Σχολή Καλών Τεχνών Θ. Θωμόπουλο, ίσως λόγω οικονομικής διαφωνίας, και επέλεξε, κατά σύσταση του διορισμένου από την κυβέρνηση Βενιζέλου διευθυντή της Σχολής Δημητριάδη, τον Φωκίωνα Ρωκ.

Τα εγκαίνια του μνημείου έγιναν στις 25 Μαρτίου 1932, από τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Ανδρέα Μιχαλακόπουλο, καθώς απουσίαζαν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Αλέξανδρος Ζαΐμης και ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος.

Από τότε, δε, τοποθετήθηκε καντήλι με φως από τη Μονή της Αγίας Λαύρας, όπως είχε προτείνει ο τότε Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος. Την τιμητική φύλαξη του μνημείου ανέλαβε ειδικός στρατιωτικός λόχος της Φρουράς του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος και μετονομάστηκε σε Φρουρά του Μνημείου του Αγνωστου Στρατιώτη.

Το 1935, με την επάνοδο του Γεωργίου Β’, ο λόχος ονομάστηκε Βασιλική Φρουρά, ενώ από το 1974 ονομάστηκε επίσημα Προεδρική Φρουρά και έχει την ευθύνη της εικοσιτετράωρης τιμητικής φύλαξης του μνημείου.

Το κόστος είχε ανέλθει στα 6 εκατομμύρια δραχμές, ποσό ιδιαίτερα μεγάλο, σε μια περίοδο μάλιστα που η χώρα αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα.

Το ΚΚΕ, με αφορμή τα αποκαλυπτήρια του μνημείου, είχε καταγγείλει τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και διοργάνωνε αντιπολεμικά συλλαλητήρια σε Αθήνα και Πειραιά. Για την αποτροπή τους η κυβέρνηση Βενιζέλου διέταξε μεγάλη κινητοποίηση της αστυνομίας η οποία προχώρησε σε περισσότερες από 75 συλλήψεις.