«Την ώρα που οι δισεκατομμυριούχοι του Ντόναλντ Τραμπ νομίζουν πως έχουν τα χρήματα για να εξαγοράσουν αυτές τις εκλογές, εμείς έχουμε ένα κίνημα των μαζών. Ας κερδίσουμε ένα δημαρχείο που να λειτουργεί γι’ αυτούς που παλεύουν να αγοράσουν λαχανικά, όχι γι’ αυτούς που παλεύουν για να εξαγοράσουν τη δημοκρατία μας». Ηταν το περασμένο Σάββατο, την ημέρα που ξεκινούσε η πρώιμη ψηφοφορία για την εκλογή δημάρχου της Νέας Υόρκης, σε ένα κατάμεστο στάδιο στο Κουίνς χωρητικότητας 13.000 ατόμων, όταν ένας νέος, μελαχρινός, εμφανίσιμος άντρας ανέβαινε στο βήμα και απευθυνόταν σε έναν κόσμο που τον αποθέωνε. Τον πλαισίωναν δύο από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της προοδευτικής πτέρυγας των Δημοκρατικών: ο γερουσιαστής του Βερμόντ Μπέρνι Σάντερς και η βουλευτής της Νέας Υόρκης Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτές.
Εκείνος ο άντρας είναι το φαβορί για τις δημαρχιακές εκλογές και ακούει στο διόλου αγγλοσαξoνικό όνομα Ζοχράν Μαμντάνι. Εδώ και μήνες φαίνεται -και το αποδεικνύουν και οι τελευταίες δημοσκοπήσεις- ότι οι Νεοϋορκέζοι ετοιμάζονται να διαπράξουν σε λίγες μέρες κάτι μέχρι πρότινος «αδιανόητο»: να εκλέξουν ως ανώτατο άρχοντα του μεγαλύτερου δήμου των ΗΠΑ έναν μουσουλμάνο, γεννημένο στην Ουγκάντα από Ινδούς γονείς, που μιλά ευθέως για γενοκτονία στη Γάζα, δηλώνει δημοκρατικός σοσιαλιστής και οραματίζεται μια πόλη βιώσιμη για τους πολλούς και όχι μόνο για μια κάστα προνομιούχων. Αν μάλιστα εκλεγεί, θα είναι στα 34 του ο νεότερος δήμαρχος στην ιστορία της Νέας Υόρκης. Ο ίδιος προέρχεται από μια οικογένεια εύπορων διανοούμενων. Είναι ο μοναχογιός της διάσημης Ινδής σκηνοθέτριας Μίρα Νάιρ και του ακαδημαϊκού Μαχμούντ Μαμντάνι. Εχει πτυχίο αφρικανικών σπουδών από το κολέγιο Bowdoin, έχει τραγουδήσει επαγγελματικά ραπ και τον περασμένο Φεβρουάριο παντρεύτηκε με πολιτικό γάμο τη γυναίκα του, την εικονογράφο Ράμα Ντουβάτζι, την οποία συνάντησε πριν από λίγα χρόνια μέσω εφαρμογής γνωριμιών.
Ο Mαμντάνι έκανε τη μεγάλη έκπληξη τον Ιούνιο όταν αυτός, ένας άγνωστος πολιτικός εκτός Νέας Υόρκης, κέρδισε τις προκριματικές του Δημοκρατικού Κόμματος για τον δήμο με διαφορά, αφήνοντας πίσω του πολύ πιο γνωστούς και με γερούς σπόνσορες υποψήφιους. Με πρώτο και καλύτερο τον πρώην κυβερνήτη της Νέας Υόρκης Αντριου Κουόμο, που ήρθε δεύτερος και καταϊδρωμένος. Το σοκ ήταν μεγάλο. Μεγαλύτερο ίσως στο κομματικό κατεστημένο απ’ ό,τι στην τραμπική Αμερική. Ενας «πολύ αριστερός» για τα αμερικανικά δεδομένα, μουσουλμάνος, με μεταναστευτική καταγωγή, που ήρθε στις ΗΠΑ σε ηλικία εφτά ετών, απέκτησε την αμερικανική υπηκοότητα μόλις το 2018 και εκλέχθηκε στην πολιτειακή Βουλή το 2020 εκπροσωπώντας το εκλογικό διαμέρισμα της Αστόρια, τους έπαιρνε το «μαγαζί» μέσα από τα χέρια.
Με νύχια και με δόντια προσπάθησαν να κρατήσουν στην κούρσα τον Κουόμο, ως ανεξάρτητο υποψήφιο πια, έναν τύπο που αναγκάστηκε να παραιτηθεί από κυβερνήτης το 2021, ύστερα από σωρεία καταγγελιών εναντίον του για σεξουαλική παρενόχληση. Μάταια, παρά το χρήμα και την εκφοβιστική προπαγάνδα με συχνά ρατσιστικές και ξενοφοβικές διαστάσεις τραμπικού επιπέδου. Τα γκάλοπ των τελευταίων ημερών δίνουν στον Μαμντάνι προβάδισμα 10 – 25 μονάδων έναντι του Κουόμο. Ο απερχόμενος και περιτριγυρισμένος από σκάνδαλα δήμαρχος της Νέας Υόρκης Ερικ Ανταμς αποσύρθηκε από την κούρσα και εξέφρασε την υποστήριξή του στον Κουόμο. Ο δε Ρεπουμπλικανός υποψήφιος Κέρτις Σλίουα δεν φαίνεται να έχει καμία ελπίδα σε αυτό το παραδοσιακό προπύργιο των Δημοκρατικών.
Πώς το κατάφερε αυτό ο Μαμντάνι; Κάνοντας αυτό που έχει ξεχάσει προ πολλού να κάνει το Δημοκρατικό Κόμμα. Να μιλά στην καρδιά και τη γλώσσα του απλού κόσμου, αφουγκραζόμενος τα προβλήματά του. Αν εκλεγεί τελικά δήμαρχος υπόσχεται να κάνει διάφορα «τρομακτικά» και σοσιαλιστικά: πάγωμα των ενοικίων σε κατοικίες που προστατεύονται στο πλαίσιο ενός αμερικανικού τύπου «ενοικιοστασίου», να προσφέρει προσιτή στέγη για όλους σε μια μεγαλούπολη όπου οι μη έχοντες αντιμετωπίζουν τρομακτικό στεγαστικό πρόβλημα, δωρεάν μεταφορά με τα λεωφορεία, αύξηση του κατώτατου μισθού στα 30 δολάρια την ώρα ώς το 2030, δωρεάν παιδικούς σταθμούς και νηπιαγωγεία για παιδιά κάτω των 6 ετών, δημιουργία δημοτικών λαχανόκηπων όπου θα καλλιεργούνται οπωροκηπευτικά που θα πωλούνται σε προσιτές τιμές και άλλα παρεμφερή. Σε μια εποχή όπου επί Τραμπ Νο 2 η μισαλλοδοξία αποτελεί τον επίσημο πολιτικό λόγο, ο Μαμντάνι υπόσχεται να κάνει τη Νέα Υόρκη «πόλη άσυλο» για τους μετανάστες και τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα. Και το τρομακτικότερο όλων; Στην ερώτηση «πού θα βρείτε τα λεφτά;» η απάντηση που δίνει είναι «φορολογώντας τις μεγάλες επιχειρήσεις και τα μεγάλα εισοδήματα».
Δικαιολογημένα ο Μπέρνι Σάντερς χαρακτήρισε στην εκδήλωση στο Κουίνς τον Ζοχράν Μαμντάνι ως τον «χειρότερο εφιάλτη του Τραμπ». Η δε Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτές υποσχέθηκε πως «θα υπάρξει μια επόμενη μέρα» για την κυβέρνηση Τραμπ και ότι «αυτή η μέρα θα ανήκει σε εμάς». Αυτή η «επόμενη μέρα», άνευ συγκλονιστικότατου απροόπτου, θα ξεκινήσει την επαύριο της Τρίτης 4 Νοεμβρίου, της επίσημης ημερομηνίας των εκλογών. Αν όλα πάνε σύμφωνα με τις προβλέψεις, στον Λευκό Οίκο θα παθαίνουν ομαδικά εγκεφαλικά. Στα δε επιτελεία των Δημοκρατικών ή που θα κρεμάσουν πλερέζες ή που ίσως, επιτέλους, αρχίσουν να προβληματίζονται για ποιους λόγους χάνουν ενώ οι ίδιοι τα κάνουν τόσο «τέλεια».
Ο αξιολογότατος Ρόμπερτ Ράιχ, πρώην υπουργός Εργασίας των ΗΠΑ και επίτιμος καθηγητής δημόσιας πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ, έχει ένα μήνυμα γι’ αυτούς. Σε άρθρο του στην Guardian, αφού επικρίνει έντονα τους Δημοκρατικούς για τον εναγκαλισμό τους με τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, χαρακτηρίζει τον Μαμντάνι «ελπίδα του κόμματος» και εξηγεί το γιατί: «Ο Μαμντάνι μιλά γι’ αυτό που απασχολεί τους περισσότερους ψηφοφόρους: το κόστος ζωής. Λέει πως η Νέα Υόρκη πρέπει να είναι προσιτή για όλους. Αγγίζει τα προβλήματα για τα οποία συζητούν οι Νεοϋορκέζοι στο τραπέζι της κουζίνας τους. Δεν κάνει καμπάνια με τον “τραμπισμό” ή τον “καπιταλισμό” ή τον “δημοκρατικό σοσιαλισμό”. Δεν προσφέρει ένα τυπικό για τους Δημοκρατικούς “σχέδιο 10 σημείων” με φοροαπαλλαγές που κανείς δεν καταλαβαίνει. Προτείνει κάποια λίγα, κατανοητά πράγματα: δωρεάν λεωφορεία, δωρεάν παιδική φροντίδα, τετραετές πάγωμα ενοικίων για περίπου 2 εκατομμύρια κατοίκους και 30 δολάρια κατώτατο ημερομίσθιο. Σκοπεύει να κάνει ό,τι έκανε ο Φραγκλίνος Ρούσβελτ τη δεκαετία του 1930: να διορθώσει τα πράγματα».
Γιατί τον επιλέξαμε
Μετανάστης στην καταγωγή, δημοκρατικός σοσιαλιστής, μουσουλμάνος και προσεχώς, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, δήμαρχος της Νέας Υόρκης. Υπεραρκετοί λόγοι για να γίνει «προσωπική υπόθεση».
