Η μεταφορά λογοτεχνικών έργων σε κόμικς αποτελεί μια δημιουργική τάση χαρακτηριστική της τελευταίας δεκαετίας. Από τις διασκευές έργων της Αλκης Ζέη ώς τον Ερωτόκριτο, το ελληνικό «γκράφικ νόβελ» αναμετριέται με τη λογοτεχνική κληρονομιά, αναζητώντας τρόπους να τη φέρει κοντά στις νεότερες γενιές. Φυσικά, δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση το έργο της Πηνελόπης Δέλτα: μετά τα «Μυστικά του Βάλτου» σε κόμικς (Εκδόσεις Polaris, 2018 / Γιάννης Ράγκος – σενάριο, Παναγιώτης Πανταζής – σχέδιο), ακόμα ένας εμβληματικός τίτλος, αυτός του «Μάγκα», απέκτησε πρόσφατα τη δική του εικονογραφημένη εκδοχή από τον Κωνσταντίνο Σκλαβενίτη (Εκδόσεις Ψυχογιός, 2025).
Το μυθιστόρημα του 1935 παραμένει ένα από τα πιο γοητευτικά και συνάμα αντιφατικά έργα της Δέλτα. Μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός αριστοκρατικού φοξ τεριέ, που σχολιάζει τον κόσμο της Αλεξάνδρειας και των ανθρώπων της, η συγγραφέας στήνει μια αλληγορία για την ηθική, την κοινωνία και την εθνική ταυτότητα – ή, αλλιώς, για τη σχέση ανάμεσα στην αθωότητα και την προκατάληψη. Πίσω από τα μάτια του Μάγκα περνούν μορφές όπως ο φιλικός Λουκάς, ο ενοχλητικός Βρασίδας, ο μυστηριώδης Βασίλης ο περιβολάρης, αλλά και τα ζώα-σύμβολα του έργου: ο αδέσποτος Αφράτος, τα εγγλέζικα άλογα Μπόμπης και Ντέιζη και τα «ηρωικά» Αστέρω και Κεχαγιάς. Ομως, όσο αθώο κι αν φαίνεται το βλέμμα του, δεν λείπουν οι τόνοι εθνικού διδακτισμού που σήμερα ξενίζουν. Αναφορές όπως «καλύτερα σοβινισμός παρά ξενομανία» ή περιγραφές των έγχρωμων κατοίκων της Αλεξάνδρειας θυμίζουν τις ιδεολογικές αντιφάσεις μιας άλλης εποχής. Γιατί η συγγραφέας παραμένει ταυτόχρονα εμβληματική και αμφιλεγόμενη: πρόδρομος της παιδικής λογοτεχνίας, αλλά και φορέας του εθνικού διδακτισμού μιας εποχής που πίστευε ακράδαντα στις «αρετές της φυλής».
Εδώ παρεμβαίνει ο Σκλαβενίτης, όχι ως απλός εικονογράφος αλλά ως αναγνώστης που συνομιλεί με τη Δέλτα. Οπως σημειώνει η Μένη Κανατσούλη στο προλογικό της σημείωμα, «ο “Μάγκας” […] είναι ένα μυθιστόρημα διαχρονικό και ταυτόχρονα επίκαιρο […] και η απόδοσή του σε graphic novel αποτελεί αναγκαιότητα στην εποχή μας». Η εικονογράφηση, βασισμένη σε καρτ ποστάλ και φωτογραφίες της Αλεξάνδρειας, σέβεται την ιστορική ατμόσφαιρα χωρίς να την αναπαράγει μουσειακά· τα ψάθινα καπέλα, τα φέσια και οι μπορσαλίνες γίνονται μικρά σήματα κοινωνικής θέσης και η Αλεξάνδρεια της Δέλτα, με τον κοσμοπολίτικο παροικιακό της αέρα, ανασαίνει ξανά με ζωντάνια και χιούμορ.
«Η διασκευή ενός τόσο γνωστού έργου ήταν μεγάλη πρόκληση», γράφει ο ίδιος ο Σκλαβενίτης στο επίμετρο. «Προσπάθησα να διατηρήσω τη μαγεία της Δέλτα, αλλά να προσεγγίσω κι εκείνους που ίσως δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο». Και πράγματι, ο Μάγκας του κινείται με ελευθερία ανάμεσα στην πιστότητα και τη νέα ανάγνωση. Οι πιο προβληματικές αναφορές αποφεύγονται, οι σκηνές δράσης και οι σκανταλιές του σκύλου αποκτούν κινηματογραφικό ρυθμό, ενώ η εναλλαγή χρωματικών τόνων ενισχύει τη συναισθηματική ένταση. Σε ορισμένα σημεία, οι εκτενείς εσωτερικές σκέψεις ή οι αφηγήσεις ιστορικών περιστατικών παραμένουν πιο «κειμενικές» απ’ όσο θα ταίριαζε στο μέσο, χωρίς όμως να διακόπτουν τη ροή ή να μειώνουν τη συνολική δύναμη της αφήγησης.
Ο «Μάγκας» διαβάζεται σήμερα ως καθρέφτης μιας Ελλάδας που τότε μάθαινε να κοιτά τον εαυτό της – μέσα από τα μάτια ενός σκύλου που έμαθε να ακούει, να αμφιβάλλει και, κυρίως, να καταλαβαίνει.
