«Ο άνθρωπος θάβει τους γονείς του ξανά και ξανά μέσα στο μυαλό του. Ο φόβος πως μια μέρα θα πεθάνουν είναι σίγουρα ένας από τους πιο πρώιμους φόβους. Οταν ήμουν παιδί, σηκωνόμουν μέσα στη νύχτα για να ελέγξω αν η μητέρα μου ανέπνεε, θυμόταν ένας φίλος. Ο φυσικός φόβος του παιδιού για εκείνους χωρίς τους οποίους μένει μόνο του. Φόβος για εκείνους ή μήπως περισσότερο για τον εαυτό του; Δεν είμαι σίγουρος αν αυτό το δίλημμα υπήρχε καν τότε. Είναι ο ίδιος ο φόβος»
Το δύσκολο θέμα της απώλειας των γονιών, συγκεκριμένα του πατέρα του, αφηγείται στο νέο του βιβλίο ο πολυβραβευμένος Βούλγαρος συγγραφέας Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ. «Ο κηπουρός και ο θάνατος», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ικαρος, σε μετάφραση της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου, είναι μια γενναία και ταυτόχρονα σπαρακτική κατάθεση ενός άντρα που έρχεται αντιμέτωπος με μια αναπόδραστη συνθήκη: ο πατέρας πεθαίνει.
Ο Γκοσποντίνοφ, πάντα με τη διεισδυτική ματιά της ποίησης, είναι ταυτόχρονα ο συγγραφέας και ο ήρωάς του. Για πρώτη φορά έπειτα από πολλά χρόνια γράφει με το χέρι γιατί μόνο έτσι μπορεί να γράψει για τον πατέρα του. Ξεκίνησε να γράφει δίπλα στο κρεβάτι του, ενώ του δίνει τα λυτρωτικά παυσίπονα για τους πόνους του καρκίνου και ενώ τον παρακολουθεί να φεύγει∙ ανήμπορος να τον βοηθήσει, να τον κρατήσει στη ζωή. «Να ζήσω ώς του Αγίου Γεωργίου, επαναλάμβανε ο πατέρας μου, να βρεθούμε όλοι μαζί. Ολοκληρώνω το βιβλίο αυτή την ημερομηνία. Του Αγίου Γεωργίου είναι. Μου αρέσει μια εικόνα από τη Μονή του Σινά, του 13ου αιώνα, όπου ο Αγιος Γεώργιος είναι χωρίς δόρυ, χωρίς άλογο και δράκο. Το πρόσωπό του είναι αθώο και κοιτάζει κάπου κάτω. Ενα πρόσωπο γεμάτο θλίψη και ελπίδα».
Η αφήγηση ξεκινά με την παραδοχή-εξομολόγηση προς τους αναγνώστες πως ο ήρωας πεθαίνει. Δεν υπάρχει σασπένς, δεν υπάρχει ελπίδα. Εναν Οκτώβρη, δίπλα στον θάμνο με τις τριανταφυλλιές, ο κηπουρός πατέρας θα πει στον πολυάσχολο διάσημο γιο του πως πονάει στη μέση. Ο γιος θα του πει με αφέλεια πως αυτός ο κήπος, που τόσο φροντίζει, θα τον ξεπαστρέψει. Είχε δώσει κι άλλη μια μάχη με τον καρκίνο, πριν από δεκαεπτά χρόνια, και είχε βγει νικητής. Εκτοτε αφιερώθηκε στον κήπο του σαν να ήταν ο τόπος που ζούσε μια παράλληλη ζωή. Κάποιες φορές ο γιος μισούσε τον κήπο. Φανταζόταν πως ρουφούσε αργά τις δυνάμεις του πατέρα του, τον απομυζούσε για να θρέψει τους καρπούς του, τα τριαντάφυλλά του, τα κεράσια, τις τουλίπες και τις ντομάτες του. Οταν θα έρθει η φοβερή διάγνωση, η τρομακτική διαπίστωση πως ο καρκίνος επέστρεψε δίχως περιθώρια επιβίωσης, ο γιος θα «παγώσει». Αυτό το αίσθημα, της απόλυτης παράλυσης, μεταφέρεται στις σελίδες του βιβλίου με ένα ολοζώντανο καθηλωτικό «βάρος» που ο συγγραφέας μοιράζεται με τους αναγνώστες.
Θα μιλήσει έκτοτε πολύ για τα χρόνια που ο πατέρας του έμοιαζε να νικάει αναρίθμητες αρρώστιες. «Η απαρίθμηση των ασθενειών του ηχούσε πραγματικά επική, όπως η απαρίθμηση των πλοίων στην Ιλιάδα. Ή μάλλον, ακόμα πιο πλούσια και παραστατική, σαν την περιγραφή της σφυρηλάτησης της ασπίδας του Αχιλλέα. Μέσα σε αυτές τις ιστορίες υπήρχαν τα πάντα – και ο ουρανός και η γη, και οι δυο πόλεις και το χωριό με όλες τις εποχές του, το καλοκαίρι στον θερισμό, το φθινόπωρο στον τρύγο, ο χειμώνας τα Χριστούγεννα…».
Ο γιος βλέπει τον πατέρα να διαπραγματεύεται τον χρόνο του, με τον γιατρό, με τον Θεό, με τον θάνατο. Ακόμα μία άνοιξη, ακόμα μία ανθοφορία, ένα τραπέζι με την οικογένεια συγκεντρωμένη. Προσεύχεται να μην πονάει πολύ και του μιλάει διαρκώς. Ακόμα και όταν σκέφτεται, και τότε του μιλάει. Του θυμίζει τον πρώτο καρκίνο, παλιές ιστορίες, πως τον θυμόταν παιδί με φανέλα και σλιπ, λύνουν σταυρόλεξα και μιλάνε για άλλοτε κωμικά και άλλοτε δραματικά περιστατικά.
Πολλές φορές η σελίδα του Γκοσποντίνοφ θυμίζει σκηνικό θεάτρου. Τα έπιπλα έχουν τη σημασία τους στο σπίτι που περιμένει θάνατο. Το κρεβάτι του αρρώστου είναι το ιερό. Εκεί προσκυνήσαμε, προσευχηθήκαμε, κλάψαμε, ελπίσαμε, όλοι και όλες που βρεθήκαμε σε αυτή την κορυφαία συνθήκη του αποχωρισμού. Η καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι, κι αυτή σημαντική, έγινε η σανίδα που πιαστήκαμε για να μην καταρρεύσουμε. Και το σπίτι γύρω, μια φωλιά που θες να αποδράσεις για να μη σε ρουφήξει. Ο αφηγητής μαθαίνει παράλληλα πως η μητέρα του έχει λευχαιμία, ενώ γύρω γύρω ο κορονοϊός βασιλεύει.
Ο πατέρας πεθαίνει. «Ο πατέρας μου ήταν κηπουρός. Τώρα είναι κήπος». Πεθαίνει τη μέρα που τριακόσια μέτρα μακριά διαλύουν το Μνημείο του Σοβιετικού Στρατού. Η Σόφια αποτίναξε αργά το παρελθόν της και ο συγγραφέας θα το τονίσει πολλές φορές σ’ αυτό το βιβλίο, όπως θα τονίσει και το θολό παρόν της Βουλγαρίας. Μετά τον θάνατο έπεται το κενό. Θα το καλύψει με όλα όσα πρέπει να γίνουν, κηδεία, και το νεκροταφείο ως τόπος χωρίς κήπο. Στην πραγματικότητα ο πατέρας του αφηγητή κατοικεί στον δικό του κήπο. Εμφανίζεται απρόσμενα πλάι στα γεράνια και τις ντάλιες. Ο σκύλος, ο Τζάκο, χοροπηδάει γύρω του. Ο γιος του αγοράζει ακόμη ξυραφάκια για τα γένια του.
Διαβάζοντας το «Ο κηπουρός και ο θάνατος» δεν μπορείς παρά να υποκλιθείς στο λογοτεχνικό ταλέντο του Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ. Τα συστατικά της καλής λογοτεχνίας είναι ακόμη άγνωστα, αλλά ένα βασικό υλικό είναι ο εαυτός του ανθρώπου που διαβάζουμε∙ ο δικός του κήπος. Το πώς φυτεύει τις λέξεις, πώς απλώνει το χώμα που θα πατήσουν οι ήρωές του, πώς σκαλίζει τις πληγές του και βέβαια το πώς θα μοιραστεί τους καρπούς του μαζί μας.
