Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πάνω από 100 Νοτιοκορεάτισσες οι οποίες μεταξύ των δεκαετιών του 1950 και του 1980 βιάστηκαν από Αμερικανούς στρατιωτικούς και υποβλήθηκαν από τις αρχές σε καταναγκαστική εργασία στο σεξ (τράφικινγκ) για την εφαρμογή σχετικής απαίτησής των στρατιωτικών αυτών, προχώρησαν σε μια ιστορική προσφυγή στη δικαιοσύνη εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών, όπως ανακοίνωσαν την Τρίτη οι δικηγόροι τους.

Γνωστές ως «Camptown Women» («Γυναίκες του Στρατοπέδου»), οι προσφεύγουσες κατέθεσαν ότι υπέστησαν παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους, αναγκάστηκαν να υποβάλλονται σε τακτικές εξετάσεις για σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, κρατήθηκαν σε απομόνωση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, υπέστησαν βίαιη μεταχείριση.

Το 2022, το ακυρωτικό δικαστήριο της Νότιας Κορέας είχε αποφανθεί ότι «η κυβέρνηση είχε παρανόμως δημιουργήσει, διαχειρισθεί και εκμεταλλευθεί αυτούς τους οίκους ανοχής για τον αμερικανικό στρατό» και είχε διατάξει την καταβολή αποζημίωσης σε περίπου 120 ενάγουσες.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου τα 117 θύματα προχώρησαν σε μια νέα δίκη, κατηγορώντας για πρώτη φορά επισήμως τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις και απαιτώντας να τους ζητηθεί δημόσια συγγνώμη.

Οι γυναίκες ζητούν 10 εκατομμύρια γουόν (6.116 ευρώ) συν τους τόκους, η καθεμία, ως αποζημίωση, και απαιτούν να λογοδοτήσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες.

«Ακόμα δε μπορώ να ξεχάσω τα χτυπήματα που μου κατέφεραν οι αμερικανοί στρατιώτες: με χαστούκιζαν, με τις δικαιολογίες ότι χαμήλωνα το κεφάλι σερβίροντας τα ποτά, ή ότι δεν χαμογελούσα, ή χωρίς καμία δικαιολογία», εξήγησε στην σχετική ανακοίνωση μία από τις προσφεύγουσες, ηλικίας περίπου 60 ετών, η οποία ζήτησε να μην κατονομασθεί. Ήταν μόλις 17 ετών όταν την παγίδευσαν. Πίστευε πως θα γινόταν μπαργούμαν, την εξανάγκασαν όμως να προχωρήσει σε σεξεργασία παρά την αντίθετη βούλησή της, και της απαγόρευαν να φύγει επικαλούμενοι ένα δήθεν «οικονομικό χρέος με το οποίο βαρυνόταν». Συνέχισε λέγοντας: «Κάθε νύχτα μας έσερναν μπροστά σε αμερικανούς στρατιώτες κι αυτοί μας επετίθεντο σεξουαλικά. Κάθε εβδομάδα μας εξανάγκαζαν να κάνουμε τεστ ανίχνευσης αφροδίσιων νοσημάτων. Αν εντόπιζαν την παραμικρή επιπλοκή, μας έκλειναν σε ένα μικρό δωμάτιο και μας έκαναν ένεση μια ισχυρή δόση πενικιλίνης με μια χοντρή βελόνα. Οι δόσεις ήταν τόσο ισχυρές ώστε τα πόδια μου παρέλυαν και δεν μπορούσα πια να περπατήσω».

Σε μια κοινή δήλωση, υπέρμαχες των γυναικείων δικαιωμάτων των γυναικών που στέκονται αλληλέγγυες στα θύματα υπογράμμισαν ότι οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις «αγνόησαν το Σύνταγμα της Νότιας Κορέας», στέρησαν απ’ αυτές τις γυναίκες τις ελευθερίες τους και «κατέστρεψαν τις ζωές τους». Η δικηγόρος Χα Ζου-χι εξήγησε στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων: «Η δίκη αυτή έχει στόχο να λογοδοτήσουν για πρώτη φορά τόσο η νοτιοκορεατική κυβέρνηση όσο και οι αμερικανικές στρατιωτικές αρχές».

Στο πλαίσιο της διαδικασίας, κατηγορούμενη είναι η νοτιοκορεατική κυβέρνηση, καθώς η Σεούλ είναι αυτή που πρέπει να αποζημιώσει τα θύματα των Αμερικανών στρατιωτών, σύμφωνα με το νόμο. Η Σεούλ οφείλει στη συνέχεια να ζητήσει από την Ουάσινγκτον να της επιστρέψει τις αποζημιώσεις που θα καταβάλει, όπως διευκρίνισαν οι δικηγόροι.

Ένα άλλο θύμα, ηλικίας επίσης γύρω στα 60, δήλωσε πως «στραγγαλίστηκε μέχρι λίγο πριν το θάνατο», από έναν Αμερικανό στρατιώτη. «Η κυβέρνησή μας, απλώς μας παρέδωσε στις αμερικανικές βάσεις – πουληθήκαμε για μερικά δολάρια», αφηγήθηκε σε χειρόγραφη δήλωσή της προς το Πρακτορείο. «Σήμερα σας ικετεύουμε να μας δώσετε μια απάντηση. Γιατί αναγκαστήκαμε να υποστούμε αυτό τον πόνο; Πριν πεθάνω, θέλω εξηγήσεις. Θέλω επίσης να μου ζητήσουν συγγνώμη. Γι’ αυτό προχωρούμε σ’ αυτή τη δίκη», συνέχισε.

Αντίθετα με τις αντίστοιχες γιαπωνέζες «Comfort Women» («Γυναίκες της Ανακούφισης») που βιάστηκαν από ιάπωνες στρατιώτες στα τέλη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, η παράδοση των Νοτιοκορεατισσών στους Αμερικανούς παρέμεινε επί χρόνια κρυφή, εν μέρει λόγω των ισχυρών δεσμών ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και τη Σεούλ σε θέματα ασφαλείας. Η οικονομία που συνδεόταν με τους χώρους τράφικινγκ του στρατού και τις αμερικανικές βάσεις, μεταξύ των οποίων τα εστιατόρια, τα κομμωτήρια και τα μπαρ, αντιπροσώπευε το 25% του νοτιοκορεατικού ΑΕΠ κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, σύμφωνα με τους ιστορικούς. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν σήμερα 28.500 στρατιώτες στη χώρα αυτή, με την αιτιολογία ότι η γειτονική και εχθρική Βόρεια Κορέα διαθέτει πυρηνικά όπλα.

Οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις δήλωσαν στο Πρακτορείο πως είναι «έχουν υπόψη τους τις πληροφορίες αναφορικά με την υπόθεση αυτή» και πως «δεν κάνουν κανένα σχόλιο όσο βρίσκεται σε εξέλιξη η δικαστική διαδικασία».