Η πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή για το νομοσχέδιο Πλεύρη δεν ήταν μια απλή πολιτική αντιπαράθεση. Ηταν η ευκαιρία για τις ακροδεξιές και χριστιανοδεξιές δυνάμεις να αρθρώσουν, ξανά, λόγο ρατσιστικό, ξενοφοβικό και μισανθρωπικό. Εναν λόγο που αντιμετωπίζει τις μετανάστριες και τους μετανάστες (όπως και τις/τους προσφύγισσες/πρόσφυγες άλλωστε) όχι ως ανθρώπους με ιστορίες και δεξιότητες, αλλά σαν απειλή για το έθνος.
Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης τοξικότητας έγινε, ωστόσο, αντιληπτό κι ένα έλλειμμα σοβαρό, κατά την άποψή μου, που αφορά την αντιπολίτευση. Οι προοδευτικές φωνές του Κοινοβουλίου αντέδρασαν, καταδίκασαν, στάθηκαν απέναντι στον ρατσισμό. Αλλά δεν έφεραν στο προσκήνιο το πιο ουσιαστικό: τη σημασία του πολιτιστικού κεφαλαίου των μεταναστών/τριών και των προσφύγων/ισσών. Δεν θύμισαν στην κοινωνία ότι η μετανάστευση δεν είναι μόνο πρόκληση διαχείρισης, αλλά και μοναδική πηγή πολιτιστικού πλούτου. Και πιστεύω πως το έλλειμμα αυτό βασίζεται στο ότι μια ανάλογη εκτίμηση απουσιάζει από τα προγράμματα τόσο του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝ.ΑΛΛ. όσο, δυστυχώς, κι από τα προγράμματα των δυνάμεων της Αριστεράς.
Ως γνωστόν, η αξιοποίηση του συγκεκριμένου πολιτιστικού κεφαλαίου είναι δυνατό να εμπλουτίσει την πολιτιστική ταυτότητα μιας κοινωνίας, να προωθήσει την ένταξη, τη διαπολιτισμικότητα και την αλληλεγγύη. Ετσι, ένα προοδευτικό πολιτικό-πολιτιστικό πρόγραμμα μπορεί να εντάξει το δυναμικό των μεταναστών/τριών και προσφυγισσών/προσφύγων, ενισχύοντας τον ρόλο τους ως ενεργών δημιουργών και όχι μόνο ως παθητικών αποδεκτών/τριών πολιτιστικών πολιτικών. Θα πρέπει να αναδεικνύει την πολιτιστική ποικιλομορφία, να επισημαίνει την αναγκαιότητα της συνεργασίας με μεταναστευτικές κοινότητες, να υποστηρίζει πρωτοβουλίες που προέρχονται από τις ίδιες τις κοινότητες, να διεκδικεί την ενσωμάτωση στοιχείων από τις μεταναστευτικές κουλτούρες στα εκπαιδευτικά προγράμματα, ενισχύοντας τη διαπολιτισμική εκπαίδευση, αλλά και τη δημιουργία διαπολιτισμικών χώρων, καθώς και την υποστήριξη καλλιτεχνικών έργων που βασίζονται στη συνεργασία δημιουργών από διαφορετικά πολιτιστικά υπόβαθρα.
Παράλληλα, επιβάλλεται η αναγνώριση της Πολιτιστικής Κληρονομιάς ως πόρου (ανάδειξη πολιτιστικών παραδόσεων και δεξιοτήτων, όπως π.χ., χειροτεχνίες, γαστρονομία, κ.ά.) και ως πηγής τοπικής ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής και σαν ενίσχυση της κοινωνικής πολυπολιτισμικής επιχειρηματικότητας, μέσω πολιτιστικών προϊόντων. Αξίζει να σημειωθεί, τέλος, πως ένα τέτοιο προοδευτικό πολιτιστικό πρόγραμμα μπορεί και πρέπει να αναδεικνύει τη χρήση της πολιτιστικής ποικιλομορφίας για την ενίσχυση των διεθνών σχέσεων και την ανάδειξη της χώρας ως προτύπου πολυπολιτισμικότητας (Πολιτιστική Διπλωματία).
Γίνεται προφανές πως το πολιτιστικό πρόγραμμα ενός σύγχρονου, προοδευτικού/αριστερού κόμματος, το οποίο αναγνωρίζει τα πολλαπλά οφέλη της αξιοποίησης του πολιτιστικού κεφαλαίου των μεταναστών/τριών και των προσφυγισσών/γων θα πρέπει να περιλαμβάνει και τους τρόπους που η συγκεκριμένη επιδίωξη μπορεί να γίνει πράξη. Και πρώτα-πρώτα, το πώς θα δομηθεί το απαραίτητο κλίμα εμπιστοσύνης, το οποίο φυσικά προϋποθέτει ανοιχτό διάλογο με τις μεταναστευτικές και προσφυγικές κοινότητες και τη διασφάλιση ότι οι προτεινόμενες πολιτιστικές πολιτικές τις περιλαμβάνουν ως ισότιμες συνομιλήτριες. Ταυτόχρονα οφείλει να περιλαμβάνει τα αναγκαία χρηματοδοτικά εργαλεία, αλλά και συγκεκριμένες κοινές δράσεις για τη δημιουργία δεσμών ανάμεσα σε ντόπιους/ες και μετανάστριες/ες.
Οφείλει επίσης να περιλαμβάνει και τρόπους αξιοποίησης μέσων ενημέρωσης για την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης σχετικά με τη συμβολή των μεταναστών/τριών στον πολιτισμό, καθώς και την αξιοποίηση της Τέχνης ως Γέφυρας μέσω καλλιτεχνικών έργων που προωθούν τον διαπολιτισμικό διάλογο και την αλληλοκατανόηση. Οι καλές σχετικές πρακτικές, όπως το Πρόγραμμα «Heimatkunde» (Πολιτιστική Ιθαγένεια) στη Γερμανία, το Διαπολιτισμικό Φεστιβάλ Βαρκελώνης ή η Πλατφόρμα «Diversity Arts Australia» στην Αυστραλία, μπορεί να βοηθήσουν τον πολιτιστικό σχεδιασμό.
Κατά συνέπεια, εδώ βρίσκεται η μεγάλη πρόκληση για τις προοδευτικές δυνάμεις. Η καταγγελία του ρατσισμού και της ξενοφοβίας είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί. Χρειάζεται και το θετικό αφήγημα: ότι η μετανάστευση δεν είναι απειλή, αλλά πηγή δημιουργίας. Οτι η πολυμορφία δεν μας αποδυναμώνει. Αντίθετα, μας δυναμώνει. Αν θέλουμε μια κοινωνία ανοιχτή, δημοκρατική και ζωντανή, τότε πρέπει να μιλήσουμε για το πολιτιστικό κεφάλαιο των μεταναστριών και των μεταναστών όχι σαν υποσημείωση, αλλά ως κεντρικό ζήτημα, ιδιαίτερα πολύτιμο. Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο πώς μιλά η Ακροδεξιά για τη μετανάστευση. Είναι πότε και με ποιον τρόπο οι προοδευτικές δυνάμεις και ιδιαίτερα η Αριστερά θα αρθρώσουν τον δικό τους λόγο: θετικό, γόνιμο, και –κυρίως– πολιτισμικά απελευθερωτικό.
*Ομότιμη καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο Αιγαίου
