Εδώ και περίπου έναν χρόνο, από ευρύτερο πολιτικό ενδιαφέρον, μπαινόβγαινα στις αναρτήσεις του Κερκ. Χάιδευε βολικά τα αυτιά νέων κατά κύριο λόγο ανδρών, εντάσσοντας τον εαυτό του σε ένα ευρύτερο «manosphere». Δεν ήταν λίγες οι φορές που είχα συζητήσει με ανθρώπους για τα θέματα που έθιγε. Πολλοί διέκριναν κάποια υπερβολή στις θέσεις του, αλλά έβρισκαν έναν κορμό αλήθειας μέσα σε αυτές. Ειδικά στον πόλεμο που είχε κηρύξει απέναντι στη «woke agenda», αρκετοί ένιωθαν ότι επιτέλους κάποιος τα λέει έξω από τα δόντια.
Ο Κερκ πάντα ήθελε να προτάσσει τα «γεγονότα» και κατηγορούσε όσους διαφωνούσαν μαζί του ότι βάζουν τα συναισθήματά τους (ή, καλύτερα, τους «συναισθηματισμούς» τους) πάνω από την αντικειμενική, ψυχρή αλήθεια που αυτός υποτίθεται ότι πρέσβευε. Αυτά τα δήθεν «ακριβή γεγονότα» που παρουσίαζε δεν ήταν παρά μια υπεραπλουστευμένη, εκτός πλαισίου και σαφώς ακροδεξιά χρωματισμένη ανάγνωση κάποιων ήδη προβληματικών στατιστικών.
Αλλά αυτό ποτέ δεν ήταν πρόβλημα, ούτε για τον ίδιο ούτε για τους –εν μέρει ή καθολικά– ομοϊδεάτες του. Σημασία είχε ότι το μήνυμά του ήταν εύληπτο και διαδιδόταν γρήγορα μέσα σε αποσπάσματα του ενός λεπτού στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εντός των οποίων αναδείχθηκε.
Τα ντιμπέιτ που διοργάνωνε σε πανεπιστήμια των ΗΠΑ, συζητώντας με φοιτητές, ήταν η αποθέωση του ψευδοεπιστημονικού διαλόγου που προσπαθούσε να ανοίξει. Ομως, για πολλούς νέους φαινόταν λογικοφανής, πειστικός και όπου ξέμενε από επιχειρήματα, έπαιζε το χαρτί της ad hominem επίθεσης.
Βέβαια, αυτό πολλές φορές δεν χρειαζόταν καν να το κάνει ο ίδιος. Πρόθυμα άτομα στα social media αναλάμβαναν το έργο υπεράσπισης των ιδεών του και επίθεσης στους επικριτές του. Και η μετά θάνατον αναγωγή του σε «μάρτυρα» της Ακροδεξιάς ενέχει τον κίνδυνο να φτάσει το μισαλλόδοξο μήνυμά του σε ακόμα περισσότερους, κυρίως νέους ανθρώπους.
