Καλές οι στατιστικές, αλλά η «αλήθεια» τους λάμπει περισσότερο όταν επιβεβαιώνονται με οφθαλμοφανή τρόπο από την εμπειρία. Ιδού ένα στατιστικό στοιχείο που, όταν δημοσιοποιήθηκε από το Ινστιτούτο Μελετών της ΓΣΕΒΕΕ, της Γενικής Συνομοσπονδίας των Επαγγελματοβιοτεχνών και Εμπόρων, δεν προκάλεσε κάποιο σοκ: το 1/3 των μικρών επιχειρήσεων της Ελλάδας δηλώνουν σε σχετική έρευνα ότι δεν θα αντέξουν ώς το 2026. Η καταστροφή όμως δεν πρόκειται να περιμένει μέχρι τότε, καθώς έχει ήδη ξεκινήσει και τα ίχνη της εμφανίζονται μαζικά στις γειτονιές της Αθήνας και των άλλων μεγάλων πόλεων: ρολά που κατεβαίνουν, βιτρίνες άδειες, λουκέτα που πολλαπλασιάζονται, ενοικιαστήρια που ξεφυτρώνουν εκεί που κάποτε λειτουργούσε μια μικρή επιχείρηση που δεν άντεξε, το βιβλιοπωλείο, το μπακάλικο ή το συνεργείο που εξυπηρετούσε τον κόσμο της γειτονιάς για δεκαετίες.
Είναι πλέον αρκετά μαζικό το φαινόμενο ώστε να είναι ορατό διά γυμνού οφθαλμού: στους δρόμους του Παγκρατίου, της Καλλιθέας, της Κυψέλης, του Χαλανδρίου και του Περιστερίου, ακόμη και στον Χολαργό, ακόμη και στην περιφέρεια του εμπορικού τριγώνου της Αθήνας – έστω και σε μικρότερη έκταση.
«Οι καιροί αλλάζουν», θα πει κάποιος θυμοσοφικά, υποθέτοντας ότι δεν… σηκώνουν αυτή την επιχειρηματική μαρίδα, που σε μεγάλο ποσοστό αφορά αυτοαπασχόληση, δηλαδή εργαζόμενους μικροαστούς που ζουν κατά βάση από τη δική τους εργασία (και μελών της οικογένειάς τους – συμβοηθούντων μελών, όπως ταξινομούνται στις στατιστικές) κι όχι από την εργασία άλλων, δηλαδή μισθωτών υπαλλήλων. Κι όμως, γι’ αυτή την -εξελισσόμενη σε μαζική- «ευθανασία της μαρίδας» δεν ευθύνεται κατά κύριο λόγο ο ανταγωνισμός, δηλαδή το χάσμα παραγωγικότητας με τις μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις, αλλά… το κράτος, δηλαδή η φορολογική πολιτική, τα πρόστιμα, η ασφυκτική ψηφιακή γραφειοκρατία και τα ενοίκια – για τα οποία η κυβέρνηση δεν κάνει τίποτα.
Νέες πλατφόρμες, νέες παγίδες
Από τον Σεπτέμβριο η κατάσταση έγινε ακόμη πιο δύσκολη. Το ψηφιακό δελτίο αποστολής, σε συνδυασμό με το myDATA και το e-τιμολόγιο, ήρθε να προσθέσει ακόμη ένα στρώμα κόστους και κινδύνων.
Στην πράξη, το πλαίσιο που παρουσιάζεται ως «εκσυγχρονισμός» λειτουργεί ως μηχανισμός συγκέντρωσης με διπλή έννοια: από τη μια, εξολοθρεύονται οι μικροί για να ανοίξει χώρος για τους μεγάλους, από την άλλη, κατασκευάζονται ψηφιακά «πακέτα» έτοιμα προς πώληση στις εταιρείες πληροφορικής. Την περίοδο 2002-2016 ψηφίστηκαν 37 αμιγώς φορολογικοί νόμοι, 273 διάσπαρτες διατάξεις φορολογικού περιεχομένου σε άσχετα νομοσχέδια, 315 συναφείς διατάξεις, 109 μεταβατικές διατάξεις και εκδόθηκαν 722 κανονιστικές εξουσιοδοτήσεις, γεγονός που σημαίνει ότι την εν λόγω 15ετία ψηφίζονταν περίπου 2,5 φορολογικοί νόμοι, 18 διάσπαρτες φορολογικές διατάξεις και 48 κανονιστικές εξουσιοδοτήσεις ανά έτος. Οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν εσωτερικά λογιστήρια, νομικά τμήματα και υποδομές τεχνολογίας. Οι μικρές αναγκάζονται να πληρώνουν εξωτερικές υπηρεσίες, συμβουλευτικά γραφεία, software και τεχνική υποστήριξη απλώς για να σταθούν όρθιες.
Μια έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ (Ιούνιος 2025) είναι αποκαλυπτική: το κόστος συμμόρφωσης για μια μικρή επιχείρηση είναι δέκα φορές υψηλότερο ανά εργαζόμενο σε σχέση με μια μεγάλη. Πρόκειται για μηχανισμό που σπρώχνει μεθοδικά τις μικρές επιχειρήσεις έξω από την αγορά. Η αρχική πρόθεση των μέτρων ήταν να αντιμετωπιστεί η φοροδιαφυγή. Στην πράξη, όμως, η υπερπληθώρα υποχρεώσεων, η πολυπλοκότητα των διαδικασιών και η πλήρης απουσία κατανόησης σε περιπτώσεις ανθρώπινου λάθους έχουν φέρει το αντίθετο αποτέλεσμα.
Οι μικρές επιχειρήσεις δεν έχουν τον χρόνο ούτε τα εργαλεία να παρακολουθούν αν κάθε διαβίβαση πέρασε σωστά στο σύστημα. Συχνά δεν διαθέτουν καν την τεχνική κατάρτιση για να καταλάβουν πότε το πρόβλημα οφείλεται σε δυσλειτουργία του ίδιου του συστήματος.
Ετσι, μέτρα που υποτίθεται ότι στοχεύουν τη φοροδιαφυγή, καταλήγουν να λειτουργούν σαν παγίδα για τον επαγγελματία που παλεύει να βγάλει το μεροκάματο.
Η πολιτική διάσταση
Δεν μιλάμε για απλές «αστοχίες» ή υπερβολές της διοίκησης. Πρόκειται για ξεκάθαρη πολιτική επιλογή:
● Συνεχής επιβάρυνση της μικρής μονάδας με ρυθμίσεις χωρίς αναλογικότητα.
● Μετακύλιση του κόστους συμμόρφωσης στους ίδιους τους επαγγελματίες.
● Πλήρης απουσία στρατηγικής προστασίας για τις μικρές επιχειρήσεις. Αντ’ αυτού, άρνηση για ενσωμάτωση ευνοϊκών διατάξεων ευρωπαϊκών οδηγιών και ασφυκτική πίεση, που οδηγεί σημαντικό ποσοστό στο κλείσιμο.
Δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα, αλλά η στόχευση της «μεγάλης μεταρρύθμισης» που προώθησε υπερεσπευσμένα και σε διαδοχικά κύματα από το 2023 και ύστερα ο Κωστής Χατζηδάκης.
Η Εκθεση Πισσαρίδη μιλούσε για το χάσμα παραγωγικότητας μεταξύ των μικρών επιχειρήσεων και των μεσαίων-μεγάλων, που κρατάει πίσω, άλλως ρίχνει το εθνικό ποσοστό παραγωγικότητας χαμηλά. Στην πραγματικότητα, πρόβλημα χαμηλής παραγωγικότητας έχουν όλες οι επιχειρήσεις – περιλαμβανομένων των μεσαίων και μεγάλων. Και αν υπάρχει χάσμα μεταξύ των μικρών από τη μια και των μεσαίων-μεγάλων από την άλλη στο εσωτερικό της χώρας, υπάρχει ακόμη μεγαλύτερο χάσμα ανάμεσα στις ελληνικές μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις και τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές. Το πρόβλημα της παραγωγικότητας θα πρέπει να το λύσουν οι μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις κι όχι οι μικρές.
Τι καταστρέφεται
Η συγκέντρωση της αγοράς συχνά δικαιολογείται με το επιχείρημα ότι «οι μεγάλοι φέρνουν δουλειές». Πρόκειται για έναν μύθο που καταρρέει μπροστά στην πραγματικότητα.
● Στα μεγάλα καταστήματα λιανικής, σταδιακά οι ταμίες αντικαθίστανται από αυτόματους εξυπηρετητές.
● Οι μεγάλοι όμιλοι δεν δημιουργούν περισσότερες θέσεις εργασίας· απλώς καταλαμβάνουν τον χώρο που άφησαν οι μικροί, συρρικνώνοντας τις τοπικές οικονομίες και αδειάζοντας τις γειτονιές.
Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή εξαφάνιση των μικρών και μεσαίων. Και μαζί με αυτές, χάνεται και ο κοινωνικός ιστός: οι γειτονιές αδειάζουν από καταστήματα, οι πόλεις γίνονται απρόσωπες, η οικονομία πιο εξαρτημένη από λίγους ομίλους – κι από κοντά έρχεται και ο «εξευγενισμός», η αλλαγή του χαρακτήρα ολόκληρων γειτονιών και περιοχών, που είτε ανοίγει χώρο για τον τουρισμό είτε για την κοινωνική ερήμωση.
Η μικρή επιχείρηση στην Ελλάδα δεν πεθαίνει από φυσικά αίτια. Δολοφονείται μεθοδικά από ένα θεσμικό πλαίσιο που ευνοεί τη συγκέντρωση.
Δεν είναι ένα πρόβλημα που αφορά μόνο τους επαγγελματίες. Αφορά τον καθένα μας. Γιατί πίσω από το λουκέτο στο μικρό μαγαζί της γειτονιάς χάνεται κάτι πολύ περισσότερο από μια εμπορική δραστηριότητα: χάνονται η κοινωνικότητα, η αίσθηση κοινότητας, η τοπική οικονομία.
Αν δεν υπάρξουν άμεσες παρεμβάσεις, η «έρημος λουκέτων» θα είναι η νέα κανονικότητα. Και τότε δεν θα μιλάμε πια για αστοχίες, αλλά για μια συνειδητή στρατηγική που έσβησε τον μικρό από τον χάρτη.
Η «φάμπρικα» των προστίμων
Η Ελλάδα φαίνεται να έχει αναγάγει τα πρόστιμα σε κεντρική πολιτική. Συχνά δεν αφορούν καν τη φοροδιαφυγή, αλλά παραλείψεις, τυπικά λάθη ή καθυστερήσεις λίγων ημερών.
● ΓΕΜΗ: Από 1/1/2026, η μη υποβολή οικονομικών καταστάσεων επισύρει πρόστιμα έως 25.000 €, ακόμη και για μία μέρα καθυστέρησης!
● Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων: Πρόστιμα 5.000 έως 10.000 € σε μικρές οντότητες ή σωματεία χωρίς προσωπικό, για εκπρόθεσμη καταχώριση στοιχείων που έτσι κι αλλιώς υπάρχουν στο ΓΕΜΗ ή στην εφορία.
● Ψηφιακό Δελτίο Αποστολής: Τα πρόστιμα δεκαπλασιάστηκαν (5.000-10.000 € ανά έλεγχο). Το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό. Ενας τεχνικός που ξεκινά με το φορτηγάκι του πρέπει να εκδίδει και να διαβιβάζει δελτία για κάθε βίδα που φορτώνει, κάθε αναλώσιμο που χρησιμοποιεί και κάθε κομμάτι που επιστρέφει στην έδρα – ακόμα κι αν δεν το ξεφόρτωσε. Και όλα αυτά στην Ελλάδα όπου ο ψηφιακός αναλφαβητισμός στη μεγάλη πλειονότητα των επιχειρηματιών είναι πραγματικότητα και οι ψηφιακές υποδομές είναι οι πιο καθυστερημένες της Ευρώπης.
● ΣΕΠΕ: Πρόστιμο (με απομακρυσμένο έλεγχο) 3.000 ευρώ ανά εργαζόμενο σε επιχειρήσεις των οποίων οι εργαζόμενοι έχουν 3 «ορφανά χτυπήματα» και άνω τον μήνα (σημαίνουν την ψηφιακή κάρτα στην είσοδο και δεν το πράττουν στην έξοδο ή το αντίστροφο).
● Επιθεώρηση Εργασίας: Πρόστιμο 10.000 ευρώ για τη μη ανάρτηση σε εμφανές σημείο του καταστήματος των διαδικασιών που υφίστανται σε επίπεδο επιχείρησης για την καταγγελία και την αντιμετώπιση συμπεριφοράς βίας και σεξουαλικής παρενόχλησης.
● esend/myDATA: Αν μια απόδειξη εκδοθεί αλλά δεν «ανέβει» στην πλατφόρμα λόγω τεχνικού προβλήματος, το πρόστιμο είναι βέβαιο. Επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το 50% του ποσού του ΦΠΑ των μη διαβιβασθέντων στοιχείων και 48ωρο λουκέτο με την ταμπέλα «Κλειστό λόγω φορολογικών παραβάσεων»!
Το παράδοξο; Οι ποινές συχνά δεν επιβάλλονται όταν δεν εκδίδεται απόδειξη, αλλά όταν έχει εκδοθεί και δεν διαβιβάστηκε εγκαίρως. Ετσι δημιουργείται μια «βιομηχανία προστίμων», που απειλεί περισσότερο τους μικρούς και πολύ λιγότερο τους μεγάλους.
