Η Jane Austen χαρακτηριστικά γράφει, περιγράφοντας την ανδροκρατούμενη καταγραφή της μέχρι τότε Iστορίας, «κάθε σελίδα είναι γεμάτη με καβγάδες των παπών και των βασιλιάδων, με πολέμους και επιδημίες. Ολοι οι άντρες είναι τόσο καλοί χωρίς να κάνουν σχεδόν τίποτα, ενώ δεν υπάρχουν καθόλου γυναίκες – είναι πολύ κουραστικό» (Williams, Hess, 2015). Η φράση θα μπορούσε κάλλιστα να περιγράφει την επίσης ανδροκρατούμενη καταγραφή της ιστορίας του ποδοσφαίρου παγκοσμίως.
Η Lois Bryson είναι μεταξύ των ερευνητών που έχουν δείξει ότι «ο αθλητισμός είναι ένας από τους πιο σημαντικούς τομείς για τη διαμόρφωση και τη διατήρηση της ανδρικής και γυναικείας ταυτότητας, και αυτό με τη σειρά του στηρίζει την αναπαραγωγή της ανδρικής κυριαρχίας» (Bryson, 1997, σ.179). Οπως υποστηρίζει και ο Bourdieu (1996), μέσω του διαφοροποιημένου κεφαλαίου (οικονομικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, σωματικού) το ποδόσφαιρο γίνεται ένα μέσο αναπαραγωγής ταυτοτήτων, πολιτισμικών διακρίσεων και κοινωνικών διαφορών. Από τη δική της πλευρά, η Mari Haugaa Engh (2011), στο άρθρο της για το ποδόσφαιρο γυναικών στη Νότια Αφρική, συμφωνεί με την Bryson ότι «ο αθλητισμός είναι ένας κοινωνικός θεσμός που διαιωνίζει τις έμφυλες ιδεολογίες στην ευρύτερη κοινωνία μέσω της έκκλησης σε συζητήσεις σχετικά με τη φυσικότητα των προνομίων και της κυριαρχίας των ανδρών στην κοινωνία». Η παραπάνω παραδοχή βρίσκει εφαρμογή σε αρκετά κοινωνικά πλαίσια, καθώς, όπως υποστηρίζουν οι Elsey και Nadal (2014), «το ανδρικό άθλημα κανονικοποιείται συχνά μέσω της γλώσσας όπως το ποδόσφαιρο, με τις γυναικείες εκδοχές να τροποποιούνται πάντα από μια περιγραφή φύλου. Το ίδιο ισχύει για τον αθλητισμό και τον γυναικείο αθλητισμό, γενικότερα».
Μια κριτική προσέγγιση του φύλου, από μια φιλελεύθερη προοπτική, υποτιμά τις σχέσεις των φύλων που υποστηρίζουν άνισες κοινωνικές ρυθμίσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών. Χωρίς αμφιβολία, κατά τη σχετικά σύντομη ιστορία του παιχνιδιού (στο Ηνωμένο Βασίλειο το παιχνίδι αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια μιας περιόδου εκβιομηχάνισης και εκσυγχρονισμού, που αντανακλά περίπου 150 χρόνια), τα κορίτσια και οι γυναίκες αγωνίστηκαν ενάντια στον σεξισμό, τον μισογυνισμό και τα έμφυλα στερεότυπα για να αναγνωριστούν ως σοβαροί συμμετέχοντες και νόμιμα μέλη του αθλήματος (Caudwell, 2011). Εξαιτίας όλων των παραπάνω, το ποδόσφαιρο φαίνεται να συνδέεται και ιστορικά με τους αγώνες των γυναικών για χειραφέτηση και διεκδίκηση ίσων δικαιωμάτων. Από τη Μεγάλη Βρετανία του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, στο Αφγανιστάν των Ταλιμπάν, η «στρογγυλή θεά» φαίνεται να αποτελεί ένα αποτελεσματικό, συμβολικό και πραγματικό εργαλείο για την ανάδειξη των γυναικών ως ισότιμων μελών σε παραδοσιακά ανδροκρατούμενους χώρους.
Αν και παγκοσμίως παρατηρείται μια σημαντική κινητοποίηση για την ισότιμη συμμετοχή των γυναικών στον αθλητισμό, τα βήματα που απαιτούνται παραμένουν πολλά. Ειδικά στην Ελλάδα, ο γυναικείος αθλητισμός εξακολουθεί να είναι κυρίως ερασιτεχνικός, γεγονός που επηρεάζει αρνητικά τα εργασιακά δικαιώματα και τις παροχές προς τις αθλήτριες. Παράλληλα, η ευρύτερη κοινωνική κατανόηση διαμορφώνει την αντίληψη γύρω από τη συμμετοχή των γυναικών στον χώρο του ποδοσφαίρου και σε συνδυασμό με τις παραδοσιακές αντιλήψεις σχετικά με τον ρόλο των γυναικών στην κοινωνία, με την περιορισμένη ορατότητα και αναγνώριση από τα media γυναικών που δραστηριοποιούνται στο πεδίο, την έλλειψη ενός υποστηρικτικού περιβάλλοντος, αλλά και ευκαιριών τόσο για εκπαίδευση αλλά και επαγγελματική εξέλιξη, επηρεάζουν το συνολικό αφήγημα γύρω από την ισότιμη εκπροσώπηση σε έναν τόσο ανδροκρατούμενο χώρο. Η αλλαγή αυτής της κατανόησης απαιτεί συντονισμένες προσπάθειες σε επίπεδο εκπαίδευσης, προβολής και πολιτικής στήριξης.
*Ερευνήτρια & επικεφαλής Girl Power Greece
