Ο κύβος ερρίφθη. Και, όπως ήταν αναμενόμενο, έπεσε στο κεφάλι του πρωθυπουργού της Γαλλίας Φρανσουά Μπαϊρού, ο οποίος, κατόπιν συνεννόησης με τον πρόεδρο της χώρας Εμανουέλ Μακρόν, ζήτησε την ψήφο εμπιστοσύνης της γαλλικής Εθνοσυνέλευσης και αυτή χθες του την αρνήθηκε κατηγορηματικά με ψήφους 364 κατά και 194 υπέρ.
Κατόπιν αυτού το μπαλάκι βρίσκεται πλέον στα χέρια του Μακρόν, ο οποίος κατά πάσα πιθανότητα θα επιχειρήσει να πραγματοποιήσει αυτό που πάντα επιθυμούσε, δηλαδή τη δημιουργία ενός κυβερνητικού σχήματος το οποίο λίγο-πολύ θα έχει είτε την ανοχή, είτε τη στήριξη όλων των γαλλικών κομμάτων που τρόπον τινά τοποθετούνται πιο αριστερά από τη Μαρίν Λεπέν και πιο δεξιά από τον Ζαν-Λικ Μελανσόν της Ανυπότακτης Γαλλίας.
Ο προϋπολογσμός
Δηλαδή ενός κυβερνητικού σχήματος που θα διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία και δεν θα στηρίζεται σε κρυφές συμφωνίες κορυφής, όπως συνέβη με την κυβέρνηση του προκατόχου του, του δεξιού πολιτικού Μισέλ Μπαρνιέ που επιβίωσε κοινοβουλευτικά για κάποιους μήνες επειδή σιωπηρά την ανέχτηκε ο ακροδεξιός Εθνικός Συναγερμός, αλλά και με την κυβέρνηση του κεντρώου πολιτικού Μπαϊρού που επιβίωσε επειδή σιωπηρά επίσης την ανέχτηκε για κάποιο χρονικό διάστημα το γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα.
Το βασικό ζητούμενο για τον Μακρόν είναι η επιλογή ενός πρωθυπουργού που θα είναι σε θέση να καταρτίσει και να περάσει από τη γαλλική Εθνοσυνέλευση τον κρατικό προϋπολογισμό για το 2026, ο οποίος χωρίς καμία αμφιβολία θα είναι προϋπολογισμός λιτότητας, αφού το γαλλικό δημόσιο χρέος είναι το τρίτο υψηλότερο στην Ευρώπη και η Γαλλία πληρώνει πλέον επιτόκια μεγαλύτερα από αυτά της Ελλάδας για να δανειστεί.
Ενός πρωθυπουργού που για να έχει τη «δεδηλωμένη» και να μην κινδυνεύει να πέσει έπειτα από κάποια πρόταση μομφής θα πρέπει να εξασφαλίσει την υποστήριξη όχι μόνο των τεσσάρων κομμάτων που συμμετείχαν ώς τώρα στην κυβέρνηση Μπαϊρού (το μακρονικό Μαζί για τη Δημοκρατία, το Δημοκρατικό Κίνημα του Μπαϊρού, οι κεντροδεξιοί Ορίζοντες του Εντουάρ Φιλίπ και το γκολικό Ρεπουμπλικανοί), αλλά και ενός τμήματος των κομμάτων της Αριστεράς, αρχής γενομένης από το Σοσιαλιστικό Κόμμα.
Ο «διαθέσιμος»
Προ ημερών η ηγεσία των Γάλλων Σοσιαλιστών παρουσίασε ένα σχέδιο κρατικού προϋπολογισμού με λιγότερα μέτρα λιτότητας από αυτά του Μπαϊρού (τα οποία προσέγγιζαν τα 44 δισ. ευρώ) και έθεσε ως όρο για να συμμετάσχει σε κυβέρνηση, να ορίσει ο Γάλλος πρόεδρος πρωθυπουργό προερχόμενο από τους κόλπους του.
Ο γραμματέας του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ολιβιέ Φορ έχει αφήσει να εννοηθεί πως είναι «διαθέσιμος», ενώ μερίδα του γαλλικού Τύπου αναφέρεται και στον πρώην υπουργό Οικονομίας και επίτροπο στις Βρυξέλλες κατά την περίοδο της κρίσης του ελληνικού χρέους και κατά την πρώτη περίοδο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, Πιερ Μοσκοβισί, ο οποίος τα τελευταία χρόνια είναι πρόεδρος του γαλλικού Ελεγκτικού Συνεδρίου και δεν διστάζει ανά τακτά χρονικά διαστήματα να κρούει δημοσίως τον κώδωνα του κινδύνου για τη δημοσιονομική κατάσταση της Γαλλίας.
Απλή αναλογική
Εν πάση περιπτώσει όμως τα βλέμματα όλων είναι στραμμένα από σήμερα στον πρόεδρο Μακρόν, ο οποίος οφείλει πλέον είτε να ορίσει πρωθυπουργό, είτε να προκηρύξει εκ νέου βουλευτικές εκλογές, όπου σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις πρώτη σε ψήφους θα έρθει και πάλι η Ακροδεξιά, χωρίς να αποκλείεται η περίπτωση να αποκτήσει αυτή τη φορά την απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αφού τα κόμματα της Αριστεράς δεν αναμένεται να κατέβουν ενωμένα.
Πλην βεβαίως και αν αποφασιστεί από την πλειοψηφία της υπάρχουσας γαλλικής Εθνοσυνέλευσης η αλλαγή του εκλογικού συστήματος, το οποίο σήμερα είναι πλειοψηφικό, και υιοθετηθεί η απλή αναλογική, αλλάζοντας στην περίπτωση αυτή εκ βάθρων το πολιτικό παιχνίδι στη Γαλλία.
