Οταν κατάφερε, με τα πολλά, να επιστρέψει στο σπίτι του, εκείνη την αποφράδα 27η Ιουλίου του 2025, ο 65χρονος Σταμάτης Μαγουλάς, γέννημα-θρέμμα του Μυλοποτάμου Κυθήρων, δεν ήθελε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Η φωτιά είχε σκοτώσει τα περισσότερα από τα πουλιά και κάμποσα από τα ζώα που εδώ και πάνω από 15 χρόνια φρόντιζε με πάθος και αγάπη.
Εκατοντάδες παγώνια, περιστέρια, στρουθοκάμηλοι, πέρδικες, παπαγάλοι, χήνες, πάπιες, κότες κ.ά. ήταν νεκρά στο χώμα. Αλλα τα έκαψε η φωτιά και άλλα πέθαναν από ασφυξία. Την ίδια τύχη είχαν και δεκάδες από τις αδέσποτες γάτες που φρόντιζε μαζί με την Ολλανδέζα σύντροφό του Ιρένε Βαν Κλίνκεν.
«Ευτυχώς, ως εκ θαύματος, σώθηκαν το γαϊδουράκι, τα άλογα, τα πρόβατα και τα ελάφια. Κάποια από αυτά τσουρουφλίστηκαν. Αν είχα καταφέρει να γυρίσω νωρίτερα, ίσως να είχα σώσει περισσότερα», μας λέει.
Δεν τα κατάφερε όμως. Η φωτιά τον περικύκλωσε στους Αρέους, στον διπλανό οικισμό που από το πρωί είχε πάει για να βοηθήσει τους γείτονές του. Ο ίδιος γλίτωσε παρά τρίχα από τις φλόγες και όταν τις πρώτες απογευματινές ώρες κατάφερε να γυρίσει πίσω, το κτήμα του –κάπου 15 στρέμματα– ήταν κρανίου τόπος. Η φωτιά δεν άφησε τίποτα. Του είχε κάψει δέντρα, φυτά, ζωοτροφές, εργαλεία, αποθήκες… τα πάντα.
Ο ίδιος δεν είναι επαγγελματίας κτηνοτρόφος. Κάθε άλλο. «Αρχισα να ασχολούμαι με τα ζώα το 2009, όταν ένας φίλος μου, μάλλον για να μου κάνει πλάκα, μου έστειλε πεσκέσι στο καφενείο του χωριού έναν γάιδαρο» μας λέει. Και συνεχίζει:
«Τον κράτησα και τον αγάπησα. Μετά αγόρασα δύο κατσίκια, ένα άλογο και σιγά σιγά το ένα ζώο έφερνε το άλλο. Για να καλύψω τις δαπάνες, που συνεχώς μεγάλωναν, άρχισα κάποια από αυτά να τα πουλάω. Κυρίως τις στρουθοκαμήλους, ενώ η Ιρενε άρχισε να ζωγραφίζει και να πουλάει τα αυγά τους, για να αυξήσουμε τα έσοδα» μας λέει.
Σήμερα όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν και το μεγάλο μέλημα του Σταμάτη Μάγουλα είναι να εξασφαλίσει τις ζωοτροφές που απαιτούνται, αφού μετά την πυρκαγιά δεν υπάρχει τίποτα για να βοσκήσουν τα ζώα του. Και φυσικά δεν μπορεί να τα αφήνει πεινασμένα. Με περισσή υπερηφάνεια, λέει πως δεν ζητάει τίποτα από κανέναν. Και βεβαίως έχει απόλυτη επίγνωση πως για ανθρώπους σαν κι αυτόν το ελληνικό κράτος απλά απουσιάζει. Οπως άλλωστε απουσίαζε και την ώρα της φωτιάς, όταν η παρουσία της Πυροσβεστικής ήταν διακοσμητική και του Λιμενικού ασυνάρτητη.
Ομως οι φίλοι του Μαγουλά ξέρουν πως στο μαγαζί του Λουράντου, στους Καρβουνάδες, δίπλα από την ταμειακή μηχανή υπάρχει πάντα ένας κουμπαράς «για τα ζώα του Σταμάτη και της Ιρένε». Και κάθε τόσο, όσο μπορούν, τον γεμίζουν, ενώ κάποιοι του στέλνουν και δεμάτια με σανό. Γνωρίζει πως δεν είναι, ούτε και θα είναι ποτέ, σε θέση να έχει τόσα ζώα όσα είχε. Ελπίζει ωστόσο πως κάποιοι, που αγαπούν όπως αυτός τα ζώα, θα θελήσουν να περιθάλψουν μερικά από αυτά που του έχουν απομείνει. Και υπομονετικά περιμένει να του τηλεφωνήσουν.
