Το μνημειώδες άγαλμα, περίπου 4,3 μέτρων, του φτερωτού ταύρου με ανθρώπινη μορφή που ανήκει στις προστατευτικές θεότητες του ασσυριακού πολιτισμού έχει πάρει τη θέση του στον εξωτερικό χώρο του Μουσείου Ακρόπολης στη δυτική πλευρά προς την οδό Μητσαίων – εκεί όπου ξεκινάει η ανασκαφή η οποία αποκαλύπτει στους επισκέπτες την αρχαία γειτονιά της Αθήνας. Πρόκειται για το έργο «Lamassu of Nineveh» (2018) του διεθνώς αναγνωρισμένου Ιρακινοαμερικανού σύγχρονου καλλιτέχνη Michael Rakowitz (1973, Γκρέιτ Νεκ, Νέα Υόρκη). Τα έργα του, κυρίως από ανακυκλωμένα υλικά, εστιάζουν και εξερευνούν τις καταστροφικές συνέπειες του πολέμου στις κοινότητες των ανθρώπων και στην πολιτιστική κληρονομιά και αναφέρονται στο πολιτιστικό τραύμα της ισοπέδωσης της μνήμης των λαών μέσα από την καταστροφή των έργων τέχνης και των μνημείων.
Η πολύχρωμη μνημειώδης εγκατάσταση -θα παραμείνει μέχρι τον Οκτώβριο του 2026- σε επιμέλεια του διευθυντή του Μουσείου Ακρόπολης, καθηγητή Νικόλαου Χρ. Σταμπολίδη, και της διευθύντριας του ΝΕΟΝ, Ελίνας Κουντούρη, εντάσσεται στο πλαίσιο της συνεργασίας του υπουργείου Πολιτισμού, του Μουσείου Ακρόπολης και του οργανισμού ΝΕΟΝ του Δημήτρη Δασκαλόπουλου. Αποτελεί το δεύτερο μέρος της τριλογίας που ξεκίνησε με την έκθεση «Allspice | Michael Rakowitz & Αρχαίοι Πολιτισμοί», η οποία φιλοξενείται στην αίθουσα περιοδικών εκθέσεων του Μουσείου Ακρόπολης για λίγο καιρό ακόμα (31 Οκτωβρίου 2025) και δεν πρέπει κανείς να χάσει.
Η γλυπτική εγκατάσταση παρουσιάστηκε χθες και, όπως εξηγήθηκε, αποτελεί μέρος της σειράς έργων «The Invisible Enemy Should not Exist», την οποία ο καλλιτέχνης ξεκίνησε το 2006 και βρίσκεται σε εξέλιξη. Περιλαμβάνει «επανεμφανίσεις» αντικειμένων που λεηλατήθηκαν από το Εθνικό Μουσείο του Ιράκ στη Βαγδάτη μετά την εισβολή των ΗΠΑ το 2003, καθώς και αυτά που καταστράφηκαν από άλλους αρχαιολογικούς χώρους μετά τον πόλεμο.
Το συγκεκριμένο έργο αποτελεί ανάθεση για τον τέταρτο πλίνθο της πλατείας Τραφάλγκαρ του Λονδίνου, την «επανεμφάνιση» του αγάλματος φτερωτού ταύρου που βρισκόταν στην είσοδο της Πύλης Νεργκάλ της Νινευή από το 700 π.Χ. μέχρι τον Φεβρουάριο του 2015, όταν ο ISIS το κατέστρεψε μαζί με αντικείμενα στο Μουσείο της Μοσούλης. Είναι φτιαγμένο από κονσέρβες σιροπιού χουρμά, καθώς το Ιράκ διέθετε τους καλύτερους χουρμάδες στον κόσμο και ήταν το δεύτερο εξαγώγιμο προϊόν μετά το πετρέλαιο. Από τους πολέμους στο Ιράκ χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και εκτοπίστηκαν, η ιρακινή βιομηχανία των χουρμάδων αποδεκατίστηκε, η οικονομία και το φυσικό περιβάλλον δέχτηκαν τεράστια πλήγματα και σήμερα η χώρα διαθέτει ελάχιστες χουρμαδιές σε σχέση με το παρελθόν. Η πίσω όψη του διέθετε μια σφηνοειδή επιγραφή που δεν ήταν ορατή στους θεατές, καθώς ήταν εντοιχισμένη στον τοίχο της Πύλης Νεργκάλ. Στην εγκατάσταση οι θεατές τη βλέπουν και μεταφράζεται «ο Sennacherib, βασιλιάς του κόσμου, βασιλιάς της Ασσυρίας, έβαλε το (εσωτερικό) και το εξωτερικό τείχος της Νινευή να χτιστούν εκ νέου και να υψωθούν τόσο ψηλά όσο το βουνό/τα βουνά».
Αυτή είναι η πρώτη φορά που το Μουσείο Ακρόπολης φιλοξενεί έκθεση σύγχρονης τέχνης εν ζωή καλλιτέχνη (εκτός από τις δημιουργίες του ίδιου του Μουσείου με τους «Διαλόγους Τέχνης») και είναι όχι απλώς μια ευτυχής συγκυρία, αλλά μια από τις καλύτερες στιγμές του για να προβάλει το δικό του τραύμα του εκτοπισμού των λεηλατημένων Γλυπτών του Παρθενώνα.
Στην Πύλη Νεργκάλ, η οποία ήταν αφιερωμένη στον θεό του Πολέμου και του Θανάτου και στον βασιλιά Σεναχερίμπ, αναφέρθηκε μεταξύ άλλων ο Νίκος Σταμπολίδης και υπογράμμισε: «Ο Σεναχερίμπ είχε ζήσει υπερβολικά πολλούς θανάτους και πολέμους… Τα παιχνίδια εξουσίας η προστατευτική θεότητα Lamassu δεν μπόρεσε να τα αλλάξει – δυστυχώς μέχρι και σήμερα. Και αυτό είναι το δίδαγμα: Οτι ενώ έχει εξακοντιστεί η τεχνολογική μας γνώση και επιστήμη, η ανθρωπότητα γέρνει προς τα κάτω. Αυτό είναι ένα διαρκές μεγάλο και σύνθετο ζήτημα, ιδιαίτερα για την περιοχή της Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου όπου βλέπετε τι συμβαίνει σήμερα».
Η διευθύντρια του ΝΕΟΝ, Ελίνα Κουντούρη, η οποία επέμεινε πολύ για την πραγματοποίηση της τριλογίας στο Μουσείο Ακρόπολης, αναφέρθηκε στην εξ αρχής συμφωνία να παρουσιαστούν και άλλοι αρχαίοι πολιτισμοί. «Αντί να δείξουμε εδώ απλώς την ομορφιά και τη σημασία της κλασικής Ελλάδας, προχωράμε ένα βήμα παραπέρα και χρησιμοποιούμε τη δημόσια γλώσσα, τη γλυπτική ενός άλλου πολιτισμού, για να αναδείξουμε έννοιες που είναι εσωτερικές και διαχρονικές». Οπως είπε, εκτός από τα αυθεντικά Lamassu που μπορεί κανείς να δει σε μεγάλα μητροπολιτικά μουσεία, είναι εξαιρετικό ότι αυτό «είναι δίπλα μας και κοιτάζει προς την Ακρόπολη. Ελπίζω ότι μεταφέρει το μήνυμα που ήθελε να δώσει ο Μάικλ όταν το δημιούργησε. Το μήνυμα της πολιτισμικής ταυτότητας και πόσο σημαντική είναι. Δεν ανήκει μόνο σε ένα έθνος· η πολιτισμική ταυτότητα ανήκει στην ανθρωπότητα και ελπίζω αυτό να είναι ένα σύμβολο ειρήνης, ειδικά σε σχέση με όσα συμβαίνουν τώρα».
Από την πλευρά του ο Michael Rakowitz είπε ότι αισθάνεται οικογένειά του τους ανθρώπους του ΝΕΟΝ και του Μουσείου Ακρόπολης και σημείωσε «είναι τιμή μου να συνεργάζομαι με ένα Μουσείο του οποίου το DNA είναι “χτισμένο” στις προσπάθειες επανένωσης των ανθρώπων με την κληρονομιά που τους ανήκει. Αυτό το Μουσείο για μένα, όπως είπα και την πρώτη φορά που ήρθα εδώ, είναι ένα από τα πιο σημαντικά στον κόσμο, επειδή είναι ένας πραγματικός φάρος για όλες εκείνες τις χώρες που επιδιώκουν να επανενώσουν τους λαούς τους με την κληρονομιά τους». Και πρόσθεσε μεταξύ άλλων: «Ελπίζω να μπορέσουμε να μετατρέψουμε τα τείχη σε γέφυρες. Ετσι, όταν σκέφτεστε τους ανθρώπους στους οποίους ανήκει το Lamassu και πώς διέφυγαν από τόπο σε τόπο, είτε πρόκειται για τον πόλεμο στο Ιράκ είτε για τους Σύρους και τους Ιρακινούς που έφυγαν από τις χώρες τους εδώ και πολλά χρόνια, είτε για τους ανθρώπους που εγκαταλείπουν σήμερα τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη, ελπίζω το έργο αυτό να δώσει κάποια γλυκύτητα στις γλώσσες των ανθρώπων που μπορεί να τους καλωσορίσουν ως νέους γείτονες».
Η τριλογία θα ολοκληρωθεί τον Μάιο στο Παλαιό Μουσείο της Ακρόπολης το οποίο θα ανοίξει τις πόρτες του μετά την εκ βάθρων ανακαίνιση.
