«Η ενεργειακή ανεξαρτησία πρέπει να συνδέεται και με χαμηλές τιμές για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Αν, όμως, η Ευρώπη αντιμετωπίζει την ενεργειακή ασφάλεια και απεξάρτηση ως κάτι αποσυνδεδεμένο από τις προσιτές τιμές, τότε κινδυνεύουμε να έχουμε αντίστροφα αποτελέσματα.
Οι αυξημένες τιμές ενέργειας δεν είναι θέμα πολιτικό, αλλά πρωτίστως κοινωνικό και οικονομικό». Αυτή η διατύπωση του υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρου Παπασταύρου στη συνεδρίαση του Συμβουλίου της Ε.Ε., με τους 26 ομολόγους του, όπου ελήφθη απόφαση για το τέλος του ρωσικού αερίου, αν και εύστοχα συνδέει την ενεργειακή ανεξαρτησία με τις τιμές, σαφέστατα άστοχα χαρακτηρίζει τις ενεργειακές τιμές μη πολιτικό θέμα. Καθώς η ακρίβεια -και η ενεργειακή- παραμένει σταθερά στις δημοσκοπήσεις ως ο κορυφαίος παράγοντας δυσφορίας της κοινής γνώμης και πολιτικής πίεσης της κυβέρνησης, είναι εύλογο το ότι η ηγεσία του ΥΠΕΝ έσπευσε να θέσει στο Λουξεμβούργο, προς το Συμβούλιο και την Κομισιόν, την ανάγκη να πάρουν πρωτοβουλίες αντιμετώπισης στρεβλώσεων στην ευρωπαϊκή αγορά ρεύματος, που αναδεικνύουν την Ελλάδα, μαζί με ακόμη 2-3 χώρες της ΝΑ Ευρώπης, τις ακριβότερες σε όλη την Ε.Ε., τόσο στη χονδρική όσο και στη λιανική αγορά.
«Η νοτιοανατολική Ευρώπη επιβαρύνεται δυσανάλογα από την αύξηση των τιμών του ρεύματος. Χρειαζόμαστε πράξεις, όχι μόνο συντονισμό και διάλογο. Πράξεις στα πρότυπα όσων έχουν ήδη σχεδιαστεί, όπως η αύξηση του προϋπολογισμού για τις υποδομές, αλλά και συγκεκριμένες ενέργειες, που αφορούν ειδικά στην υιοθέτηση των συστάσεων της ειδικής ευρωπαϊκής ομάδας εργασίας (task force) για τη διόρθωση των στρεβλώσεων της αγοράς και του Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ACER) που θα επιτρέψει επιτέλους να υπάρξει ενιαία αγορά ενέργειας στην Ευρώπη», είπε στο Συμβούλιο ο κ. Παπασταύρου.
Για του λόγου το αληθές, σήμερα, 21/10, η χονδρική τιμή ρεύματος στην Ελλάδα παραμένει στις τρεις ψηλότερες στην Ευρώπη (152 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έναντι 158 χθες), μαζί με τη Βουλγαρία και τη Σερβία, έναντι 43 της Ιβηρικής ή 28-29 ευρώ των χωρών της Βαλτικής.
Μιλώντας, βεβαίως, για «εισαγόμενες» στρεβλώσεις, οφείλουμε να φωτίσουμε τις εσωτερικές στρεβλώσεις που η κυβέρνηση επιμένει να παραγνωρίζει.
Η χώρα με τις 330 μέρες ηλιοφάνειας τον χρόνο και με ένα τεράστιο φορτίο εγκαταστημένων φωτοβολταϊκών μονάδων ηλεκτροπαραγωγής να εξακολουθεί να πετάει εκτός δικτύου το μεγαλύτερο μέρος του, ακόμη και στο κατακαλόκαιρο ή στο… αποκαλόκαιρο, που στο μεγαλύτερο μέρος του ήταν και ο Οκτώβριος.
Καθώς, λοιπόν, παρά το σαρωτικό πράσινο κύμα, λίγη συννεφιά ανεβάζει τη συμβολή του αερίου στο 56% της ηλεκτροπαραγωγής, όπως σήμερα, η απεξάρτηση από το ρωσικό αέριο, που θα υποκαθίσταται από πολύ ακριβότερο αμερικανικό LNG, κάθε άλλο παρά σε χαμηλότερες τιμές ρεύματος θα οδηγεί. Η καθυστερημένη κυβερνητική «ανακάλυψη» της ανάγκης ενίσχυσης των δικτύων και των επενδύσεων αποθήκευσης αφήνει πολύ χρόνο και χώρο στην κερδοσκοπία των ηλεκτροπαραγωγών στο εγχώριο χρηματιστήριο ενέργειας και επομένως στα ακριβά τιμολόγια ρεύματος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Για του λόγου το αληθές: ο Σεπτέμβριος έκλεισε με μέση χονδρική τιμή 97 ευρώ/MWh και οδήγησε σε σταθερά τιμολόγια Οκτωβρίου από τους μεγάλους προμηθευτές και σε αύξηση από τους μικρούς. Ο Οκτώβριος «τρέχει» μέχρι στιγμής με 117 ευρώ/MWh, αύξηση σχεδόν 20%, και αν η τάση διατηρηθεί αναμένεται απογείωση στα τιμολόγια του Νοεμβρίου. Αυτή τη «στρέβλωση» δεν πρόκειται να τη διορθώσει η ευρωπαϊκή task force.
