Στο προηγούμενο άρθρο, αναζητώντας το υπόβαθρο της χορευτικής δημιουργικότητας παρουσιάσαμε κάποιες νέες νευροεπιστημονικές ανακαλύψεις για τον αποφασιστικό ρόλο της εξέλιξης του εγκεφάλου στη γένεση των πιο σύνθετων χορευτικών συμπεριφορών μας. Σήμερα θα παρουσιάσουμε πολύ συνοπτικά ποιες είναι οι βασικές ανθρωπολογικές προϋποθέσεις, οι κοινωνικές και οι ιατρικές-θεραπευτικές συνέπειες από τις διάφορες «ενσαρκώσεις» των ανθρώπινων χορευτικών πρακτικών. Επιπλέον, θα εξετάσουμε τις επιστημονικές ανακαλύψεις που επέτρεψαν και τελικά νομιμοποίησαν το γνωστικό άλμα από τη Νευροβιολογία στην Ανθρωπολογία του χορού. Και γιατί οι εξελίξεις σε αυτό το πεδίο έρευνας επιβάλλουν πλέον την αναθεώρηση των εκτιμήσεών μας σχετικά με την αποτελεσματικότητα της χοροθεραπείας.
Σε αυτά τα ερωτήματα δεν υπάρχουν, βέβαια, οριστικές επιστημονικές απαντήσεις, γιατί τόσο οι νέες νευροαπεικονιστικές τεχνικές δυνατότητες των επιστημών του εγκεφάλου όσο και οι νευροαισθητικές θεωρίες που βασίζονται σε αυτά τα δεδομένα, μολονότι προτείνουν κάποια εύλογα εγκεφαλικά μοντέλα των χορευτικών συμπεριφορών, γνωρίζουν καλά ότι δεν είναι ακόμη σε θέση να προσφέρουν μια ικανοποιητική εξήγηση της εξελικτικής προέλευσης ή της καθολικής και διαχρονικής παρουσίας του χορού στην ατομική και συλλογική ζωή των ανθρώπων. Εντούτοις, όπως θα δούμε, διαθέτουμε ήδη αρκετές πειραματικές και κλινικές ενδείξεις για τον ιδιαίτερα ευεργετικό και ενίοτε θεραπευτικό ρόλο των μέχρι χθες επιστημονικά υποτιμημένων χορευτικών πρακτικών. Οι οποίες τα τελευταία χρόνια έχουν αναβαθμιστεί επιστημονικά, επειδή θεωρείται πλέον βέβαιο ότι ο ανθρώπινος χορός μπορεί να συμβάλει τόσο στη βελτίωση της ψυχοσωματικής υγείας των χορευτών όσο και στην αύξηση των αντοχών τους σε ακραίες ή και βασανιστικές συνθήκες ζωής.
Πάντως, οι ευεργετικές λειτουργίες των χορευτικών πρακτικών αναγνωρίζονταν και υιοθετούνταν ανέκαθεν από όλους τους γνωστούς πολιτισμούς. Για παράδειγμα, η αρχαία ελληνική μυθολογία, περιγράφοντας συμβολικά τη γέννηση και τη δημιουργική δύναμη του χορού, επινόησε τον μύθο της Ρέας, συζύγου του Κρόνου και μητέρας του Δία, η οποία δίδαξε στους Κουρήτες, στους δαιμόνιους πρώτους κατοίκους της Κρήτης, να χορεύουν έναν ομαδικό και θορυβώδη χορό για να σκεπάσουν τα κλάματα του νεογέννητου Δία, που κινδύνευε να φαγωθεί από τον Κρόνο.
Εκτοτε αυτός ο τελετουργικός χορός των Κουρητών διαδόθηκε και αναπτύχθηκε ως προληπτική χορευτική πρακτική που προστατεύει θεούς και ανθρώπους από διάφορες θανάσιμες απειλές. Ωστόσο, άλλοι αρχαιοελληνικοί μύθοι αποδίδουν την επινόηση του χορού στη μούσα Πολύμνια, ενώ η απολαυστική επιρροή και η τέχνη των χορευτικών κινήσεων οφείλεται στη μούσα Τερψιχόρη και η μούσα Ουρανία ήταν ταυτοχρόνως προστάτιδα κάθε κοσμικής και γήινης χορογραφίας.
Πάντως, ανάλογες μυθολογικές ερμηνείες για τη θεϊκή-υπερφυσική προέλευση των ανθρώπινων χορευτικών συμπεριφορών συναντάμε σε πολλούς πολιτισμούς. Γεγονός που επιβεβαιώνει την υποψία ότι όλες οι ανθρώπινες κοινότητες αναγνώριζαν την αποφασιστική σημασία και την ψυχοθεραπευτική επίδραση αυτής της πολύ παράξενης τελετουργικής συμπεριφοράς, η οποία, ελλείψει άλλων γνωστικών εργαλείων, μπορούσε να «εξηγηθεί» μόνο μυθολογικά και θεολογικά.
Μεταξύ εγκεφαλικής και κοινωνικής χορογραφίας
Οι άνθρωποι ως κοινωνικά ζώα, αλλά και ως ατελή νοήμονα όντα, είμαστε υποχρεωμένοι να υιοθετούμε, δηλαδή να μαθαίνουμε και να εκτελούμε από πολύ νωρίς αυτόματες, συλλογικές τελετουργικές συμπεριφορές, που διασφαλίζουν την επιβίωσή μας με την ένταξή μας σε μια κοινωνική ομάδα. Και ο χορός αποτελεί μια συντονισμένη σωματική-τελετουργική συμπεριφορά, που συμβάλλει τόσο στην ατομική αναγνώριση όσο και στη συλλογική επικοινωνία μεταξύ των χορευτών.
Η νευρωνική επεξεργασία και αποτύπωση των ρυθμών ήδη από τους πρώτους μήνες ζωής του εγκεφάλου των νεογέννητων επιβεβαιώθηκε πρώτη φορά από μια έρευνα που δημοσιεύτηκε τον Φεβρουάριο του 2009, στην εγκυρότατη επιστημονική επιθεώρηση PNAS (Proceedings of the National Academy of Sciences). Τόσο αυτή η πρωτοποριακή έρευνα όσο και άλλες που ακολούθησαν, βασίστηκαν στις νέες απεικονιστικές τεχνικές της εγκεφαλικής λειτουργίας και δείχνουν σαφώς ότι ο εγκέφαλος των βρεφών αντιδρά και συντονίζει από πολύ νωρίς τις σωματικές τους αντιδράσεις στις αλλαγές των εσωτερικών ή των εξωτερικών ρυθμών. Τα βρέφη μπορούν δηλαδή να προσαρμόζουν τις κινήσεις του σώματός τους -και άρα να συντονίζουν τα αντίστοιχα νευρωνικά δίκτυα του εγκεφάλου τους- ανάλογα με τους ρυθμούς που αντιλαμβάνονται, μια ικανότητα που περιγράφεται ως νευρωνική εμπλοκή ή εγκλωβισμός (entrainment).
Μια πιο πρόσφατη έρευνα, που δημοσιεύτηκε πέρυσι στο «Scientific Reports», έδειξε το πώς αναπτύσσεται σταδιακά αυτή η χορευτική «νευρωνική εμπλοκή» σε παιδιά ηλικίας από 6 έως 11 ετών. Αποκαλύπτοντας ότι οι έμφυτες χορευτικές ικανότητες των νηπίων και των παιδιών βελτιώνονται εντυπωσιακά, καθώς μαθαίνουν να βελτιώνουν σταδιακά την ακρίβεια και τον συντονισμό των σωματικών τους κινήσεων στους χορευτικούς ρυθμούς.
Συνεπώς, είτε πρόκειται για τις αρμονικές χορευτικές κινήσεις ενός επαγγελματία ή ενός ερασιτέχνη χορευτή, είτε για τις αβέβαιες χορευτικές κινήσεις ενός νηπίου ή ενός βρέφους, η χορευτική συμπεριφορά είναι μία μη λεκτική μορφή επικοινωνίας και σωματικής γνώσης, που διευκολύνει με τρόπο μοναδικό την προσαρμογή και την ένταξη των χορευτών στο περιβάλλον τους, αλλά και τον συντονισμό τους με άλλους χορευτές ή θεατές!
Τον σημαντικό ρόλο και την ξεχωριστή θέση του χορού στην ανθρώπινη εξέλιξη υποστηρίζουν πολλές πρόσφατες και παλαιότερες ανθρωπολογικές έρευνες, που διαφωτίζουν αφενός το πώς οι χορευτικές συμπεριφορές μπορούν να συμβάλουν στην επιβίωση του ανθρώπινου είδους και αφετέρου τον ενεργό ρόλο που πιθανότατα έπαιξαν -και εξακολουθούν να παίζουν- στις διαπροσωπικές, στις ερωτικές και στις περισσότερες κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων. Κάτι που τεκμηριώνεται από πλήθος σύγχρονων ανθρωπολογικών ερευνών.
Αρκετοί εξελικτικοί ανθρωπολόγοι, μάλιστα, υποστηρίζουν ότι η βιολογική και κοινωνική ικανότητα έκφρασης των ανθρώπινων σχέσεων μέσω του χορού, ειδικά στα προλεκτικά στάδια της εξέλιξής μας, ήταν πιθανότατα ένα αποφασιστικότατο βήμα για την ανθρωποποίηση και την κοινωνικοποίησή μας: όταν η προφορική γλώσσα δεν είχε ακόμη αναπτυχθεί, το να επικοινωνεί κανείς με τους άλλους μέσω συντονισμένων, επαναληπτικών και εύρυθμων κινήσεων του σώματος ήταν προφανώς ένα πολύτιμο εργαλείο, που αύξανε τους διαπροσωπικούς δεσμούς και ενίσχυε την κοινωνική συνοχή στο εσωτερικό της ομάδας και αναμφίβολα θα λειτουργούσε ως μια σημαντική εξελικτική προσαρμογή!
Δεν είναι, λοιπόν, καθόλου τυχαίο ότι τόσο οι αρχικές όσο και οι μετέπειτα μορφές χορού είχαν πάντα έναν τελετουργικό χαρακτήρα: μια προκαθορισμένη και επαναλαμβανόμενη αλληλουχία σωματικών κινήσεων, οι οποίες κωδικοποιούν και μεταδίδουν ένα μήνυμα σχετικά με τις κοινωνικές σχέσεις, τους δεσμούς και τις ψυχολογικές διαθέσεις των χορευτών. Εξάλλου, οι χορευτικές τελετουργίες -από το μακρινό παρελθόν μέχρι σήμερα- αποτελούν έναν τρόπο έκφρασης της κοινωνικοποίησης των ανθρώπων, δηλαδή των διαπροσωπικών και των συλλογικών σχέσεων σε όλους τους πολιτισμούς.
Η χορευτική ευεξία ως ψυχοσωματική θεραπεία
Μολονότι οι τελετουργικές χορευτικές πρακτικές χαρακτηρίζονται από φαινομενική ακαμψία και οι προδιαγεγραμμένες σωματικές κινήσεις εκτελούνται με μεγάλη ακρίβεια, πρόκειται για έναν πολύ οικείο, δημιουργικό και ιδιαίτερα αποτελεσματικό τρόπο εναλλακτικής επικοινωνίας, αφού στηρίζεται και διευκολύνει τον ψυχοσωματικό συντονισμό των χορευτών με τους θεατές τους.
Και αυτός ο συντονισμός των χορευτικών σωματικών κινήσεων είναι συνήθως πολύ ευχάριστος όχι μόνο γιατί ενισχύει την αυτοπεποίθηση των χορευτών, αλλά και επειδή δημιουργεί ή αποκαθιστά τις διαταραγμένες ανθρώπινες σχέσεις, οι οποίες χάρη στην κοινή χορευτική εμπειρία γίνονται πιο συνεργατικές και αρμονικές. Τουλάχιστον, όσο διαρκεί ο χορός.
Πάντως, τα πολύτιμα αισθήματα ψυχοσωματικής ευεξίας που προκαλεί ο χορός αξιοποιήθηκαν από τις διάφορες «χοροθεραπείες», που επινοήθηκαν από αρχαιοτάτων χρόνων για τη βελτίωση της διάθεσης ή της υγείας των χορευτών, αλλά και ως συμπληρωματικές θεραπευτικές πρακτικές για την αντιμετώπιση σοβαρών παθήσεων. Σε όλες τις ανθρώπινες κουλτούρες ο χορός δεν θεωρείται μόνο διασκεδαστικός, αλλά και μια βαθύτατα εξαγνιστική, εξισορροπητική και θεραπευτική σωματική τελετουργία, που βελτιώνει τόσο τις σωματικές όσο και τις πνευματικές ικανότητες των χορευτών.
Γεγονός που τα τελευταία χρόνια επιβεβαιώνεται από όλο και περισσότερες νευροβιολογικές και ψυχολογικές έρευνες. Για παράδειγμα, μια πρόσφατη νευροαπεικονιστική μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο «New England Journal of Medicine», έδειξε ότι η συστηματική χορευτική άσκηση αυξάνει σημαντικά τη νευρωνική πλαστικότητα σε ορισμένες δομές του εγκεφάλου, ενώ ταυτόχρονα βελτιώνει εντυπωσιακά και τις μνημονικές ικανότητες των χορευτών. Γεγονός που επιβεβαιώθηκε και από άλλες σχετικές έρευνες και γεννά την ελπίδα ότι οι κατάλληλες χορευτικές πρακτικές με συνοδεία μουσικής μπορούν να συμβάλουν αποφασιστικά τόσο στην πρόληψη όσο και στη θεραπεία σοβαρών νευρολογικών παθήσεων.
Πράγματι, απ’ ό,τι φαίνεται η κατάλληλη χοροθεραπεία συμβάλλει όντως στην εντυπωσιακή βελτίωση της υγείας των ασθενών που υποφέρουν είτε από σοβαρές νευροψυχολογικές διαταραχές (π.χ. άγχος, ανασφάλεια, κατάθλιψη, ψυχοσωματικές, διατροφικές και σεξουαλικές διαταραχές) είτε από ιδιαίτερα καταστροφικές νευροεκφυλιστικές παθήσεις (π.χ. γεροντική άνοια, αμνησία, εγκεφαλικό και νοητικό εκφυλισμό από τη νόσο του Πάρκινσον).
Για παράδειγμα, από μια σειρά κλινικών ερευνών επιβεβαιώνεται ότι το να μάθει ένα άτομο ενήλικο ή προχωρημένης ηλικίας να χορεύει έναν νέο χορό, διεγείρει ευεργετικά τον εγκέφαλο και το σώμα του: αφού οδηγεί στη δημιουργία νέων νευρωνικών συνάψεων μεταξύ διαφορετικών νευρωνικών δομών, αλλάζει τοπικά τη φαιά ουσία και βελτιώνει την εγκεφαλική πλαστικότητα του εγκεφάλου. Αλλαγές που σχετίζονται άμεσα με τις νοητικές λειτουργίες και τις σωματικές επιδόσεις του ατόμου που μαθαίνει έναν νέο χορό.
