Η πρόσφατη τοποθέτηση του Αλέξη Τσίπρα για την ανάγκη ενός «σοκ εντιμότητας, δικαιοσύνης και δημοκρατίας» προκάλεσε ενδιαφέρον και σχόλια. Αγγίζει πράγματι τον πυρήνα της ελληνικής παθογένειας: τη διάβρωση των θεσμών, την απουσία λογοδοσίας και τη βαθιά κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών προς την πολιτική. Ταυτόχρονα, όμως, επαναλαμβάνει –σχεδόν αυτούσιες– ιδέες που έχουμε προτείνει εδώ και μήνες και εγώ προσωπικά και η κυρία Καρυστιανού, περί της ανάγκης μιας ουσιαστικής αλλαγής με βάση την ακεραιότητα, χρηστή διοίκηση και έμφαση στο κοινωνικό όφελος που θα επανιδρύσει τη σχέση πολιτικής και ηθικής, κράτους και κοινωνίας.
Το πραγματικό σοκ, ωστόσο, δεν βρίσκεται στα λόγια του κ. Τσίπρα, αλλά στο ότι αυτά προέρχονται από έναν πρώην πρωθυπουργό που είχε τη δύναμη να τα κάνει πράξη και την άφησε να χαθεί. Οταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση, υπήρξε ελπίδα πως θα θέσει την πάταξη της διαφθοράς στον πυρήνα της πολιτικής του. Και πράγματι, ξεκίνησε με μια θετική πρωτοβουλία: την ίδρυση του χαρτοφυλακίου για την Καταπολέμηση της Διαφθοράς και την τοποθέτηση του κ. Νικολούδη, ενός ανθρώπου με ήθος, τεχνογνωσία και διεθνές κύρος. Ομως, πολύ σύντομα, ο ίδιος ο πρωθυπουργός υποβάθμισε και τελικά κατάργησε τον θεσμό, ακυρώνοντας στην πράξη την πιο ελπιδοφόρα θεσμική καινοτομία της διακυβέρνησής του.
Στη συνέχεια, η αναθεώρηση του Ποινικού Κώδικα επί των ημερών του υποβάθμισε το αδίκημα της δωροδοκίας, αποδυναμώνοντας τη δυνατότητα δίωξης και τιμωρίας εκείνων που παραβιάζουν τη δημόσια εμπιστοσύνη. Με αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση έστειλε ένα μήνυμα ανοχής προς τη διαφθορά, αντί για ένα μήνυμα γνήσιας πολιτικής βούλησης.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο κ. Τσίπρας δεν μερίμνησε ποτέ για την εκτέλεση της σύμβασης 717, η οποία προέβλεπε την ολοκλήρωση του συστήματος τηλεδιοίκησης και σηματοδότησης του σιδηροδρομικού δικτύου. Η σύμβαση αυτή, εάν είχε εφαρμοστεί, θα μπορούσε να είχε αποτρέψει την τραγωδία των Τεμπών. Επί των ημερών του πήγαν τα ελληνικά τρένα στη Hellenic Train αντί πινακίου φακής. Η αδράνεια και η αδιαφορία εκείνων των ετών δεν ήταν τεχνικό λάθος· ήταν θεσμική αποτυχία και ηθική παράλειψη ευθύνης.
Οπως έχω τονίσει επανειλημμένα, η διαφθορά στην Ελλάδα δεν είναι σύμπτωμα αλλά σύστημα – ένα πλέγμα συμφερόντων, πελατειακών σχέσεων και ατιμωρησίας που διαπερνά κόμματα και κυβερνήσεις. Η υπόθεση Τεμπών δεν αποκάλυψε κάτι καινούργιο· αποκάλυψε με τραγικό τρόπο αυτό που γνωρίζαμε όλοι και αποδεχόμασταν σιωπηλά.
Γι’ αυτό και όταν ο κ. Τσίπρας μιλά σήμερα για «νέα εποχή» και «νέο πατριωτισμό», πρέπει να γνωρίζει ότι το πολιτικό του διαβατήριο παραμένει το ίδιο. Ούτε η αποχή του «στα ορεινά της Βουλής», όπως είπε, ούτε η παραμονή του «στις κοιλάδες της Βοστόνης» τού προσδίδουν τη νομιμοποίηση να παρουσιάζεται ως φορέας του καινούργιου.
Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από νέες ρητορικές επανεκκινήσεις με παλιά υλικά, αλλά από μια βαθιά θεσμική και πολιτισμική μεταμόρφωση. Μια δομικά και ουσιαστικά ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, πραγματικά επαγγελματικά μέσα ενημέρωσης με διαφανείς όρους χρηματοδοτήσεων, λειτουργικές αρχές ελέγχου και ένα σύστημα ποινικής ευθύνης των πολιτικών στελεχών που δεν θα εξαρτάται από την καλή θέληση του εκάστοτε πρωθυπουργού.
Η κοινωνία χρειάζεται νέο οξυγόνο, όχι ανακύκλωση. Το κίνημα των Τεμπών καταδεικνύει πως η Ελλάδα χρειάζεται νέους ανθρώπους, καθαρές προθέσεις και υπηρεσίες που δεν θα υποκύπτουν σε πιέσεις.
Ενα αληθινό «σοκ εντιμότητας» δεν διακηρύσσεται∙ εφαρμόζεται. Και για να εφαρμοστεί, απαιτούνται πολιτικό θάρρος, θεσμική συνέχεια και αυθεντική, ηθική βούληση – όλα όσα, δυστυχώς, έλειψαν όταν υπήρχε η ευκαιρία να τα δούμε στην πράξη.
*Καθηγητής Εγκληματολογίας και Ποινικής Δικαιοσύνης, Northeastern University, Βοστόνη, ΗΠΑ – σύμβουλος συγγενών και επιβατών
