ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χριστίνα Πάντζου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Λάδι στη φωτιά που σιγοβράζει στην Καραϊβική και απειλεί να φουντώσει συμπαρασύροντας ολόκληρη την περιοχή είναι η νέα αμερικανική επίθεση κατά μικρού σκάφους έξω από τις ακτές της Βενεζουέλας με απολογισμό τρεις νεκρούς «Βενεζουελάνους ναρκοτρομοκράτες», κατά τον Τραμπ. Οπως και στην πρώτη επίθεση πριν από δύο εβδομάδες, όταν έπληξαν άλλο σκάφος σκοτώνοντας 11 ανθρώπους που υποτίθεται πως ήταν μέλη της εγκληματικής οργάνωσης «Τρένο της Αράγουα», έτσι και τώρα ο εμπνευστής του MAGA βεβαιώνει πως έχει «αποδείξεις», μιλώντας για «μεγάλες σακούλες γεμάτες φαιντανύλη και κοκαΐνη που σπάρθηκαν στον ωκεανό» μετά την ανατίναξη του σκάφους. Αλλά δεν παρέθεσε καμιά απόδειξη.

Ο Λευκός Οίκος βεβαιώνει ότι αυτές οι εξωδικαστικές εκτελέσεις είναι καθ’ όλα νόμιμες, ότι έδρασε με τρόπο «απόλυτα σύμφωνο με το δίκαιο των ένοπλων συρράξεων» και πως είναι πράξεις αυτοάμυνας απέναντι σε μια «άμεση απειλή». Αλλά ούτε το Κογκρέσο ούτε ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχουν επίσημα κηρύξει κανέναν πόλεμο που να νομιμοποιεί αυτές τις επιθέσεις, οι οποίες παραβιάζουν όχι μόνο τη διεθνή αλλά και την ίδια την αμερικανική νομοθεσία.

Πόσο μάλλον όταν, όπως αποκάλυψαν αξιωματούχοι στους New York Times, στην περίπτωση του πρώτου σκάφους που ανατίναξαν οι Αμερικανοί στις 2 Σεπτεμβρίου, το έπληξαν ενώ είχε αλλάξει ρότα για να επιστρέψει εκεί από όπου ξεκίνησε. Η αναστροφή του σκάφους αποδυναμώνει ακόμα περισσότερο το επιχείρημα της αυτοάμυνας ή της άμεσης απειλής.

Εξωδικαστικές εκτελέσεις

Νομικοί ειδήμονες στο αμερικανικό και διεθνές δίκαιο καταδίκασαν τις επιθέσεις ως παράνομες. «Ο Τραμπ κανονικοποιεί κάτι που θεωρώ παράνομη επίθεση», είπε στους New York Times ο απόστρατος υποναύαρχος Ντόναλντ Γκούτερ, πρώην ανώτατος δικαστής του Ναυτικού. Επισημαίνοντας πως δεν υπάρχει νομικό έρεισμα για τις πράξεις της κυβέρνησης κι ούτε κανένα επιχείρημα που να εξηγεί γιατί δεν είναι φόνος ή έγκλημα πολέμου να εκτελείς συνοπτικά ύποπτους, ενώ το αμερικανικό ναυτικό θα μπορούσε να είχε σταματήσει τα σκάφη κι ίσως και να συλλάβει τους επιβάτες για να δικαστούν αν υπήρχαν ενδείξεις για κάποιο αδίκημα.

Ο Τραμπ επιμένει πως ότι η διακίνηση ναρκωτικών συνιστά άμεση απειλή, καθώς «300.000 Αμερικανοί πεθαίνουν τον χρόνο από αυτά» (αριθμός που δεν επιβεβαιώνεται από επίσημες στατιστικές). Και πως οι επιθέσεις κατά σκαφών που μεταφέρουν ναρκωτικά είναι πράξεις αυτοάμυνας απέναντι «στα καρτέλ που ξεκίνησαν τον πόλεμο εναντίον μας». Ενέταξε πρόσφατα κάποια λατινοαμερικανικά καρτέλ ναρκωτικών στις λίστες των Ξένων Τρομοκρατικών Οργανώσεων (FTO) –παρότι κίνητρό τους είναι το κέρδος κι όχι η ιδεολογία– και αυτή είναι η μόνη και αμφιλεγόμενη βάση πάνω στην οποία χτίζει το αφήγημα της ναρκοτρομοκρατίας. Για να τα καταπολεμήσει και να συλλάβει ναρκεμπόρους -έχοντας προηγουμένως χαρακτηρίσει τον Νικολάς Μαδούρο επικεφαλής ενός άγνωστου ναρκο-Καρτέλ των Ηλιων- έστειλε 8 πυραυλοφόρα πολεμικά πλοία, ένα πυρηνικό υποβρύχιο και 4.000 στρατιώτες στην περιοχή ενώ ενίσχυσε βάση του στο Πουέρτο Ρίκο με 10 F-35.

«Πολύ συνειδητά η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τα εργαλεία και τη ρητορική του Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας που εγκαινίασε ο Τζορτζ Μπους) τώρα κατά εγκληματικών ομάδων στη Λατινική Αμερική», εξηγούσε στο δίκτυο MSN ο Μπράιαν Φίνουκεϊν, πρώην νομικός σύμβουλος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. «Σε αντίθεση όμως με τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας όταν οι ΗΠΑ αντιμάχονταν ομάδες όπως την Αλ Κάιντα ή το Ισλαμικό Κράτος στο πλαίσιο μιας πολεμικής σύρραξης, που νομιμοποιούσε να σκοτώνουν ξένους μαχητές, εδώ δεν υπάρχει αυτό το πλαίσιο. Ο χαρακτηρισμός μιας ομάδας ως τρομοκρατικής δεν δίνει εξουσία για τη χρήση στρατιωτικής βίας εναντίον της. Δεν μεταμορφώνει δια μαγείας εγκληματίες πολίτες σε μαχητές στους οποίους μπορείς να επιτεθείς στρατιωτικά. Δεν δίνει στις ΗΠΑ άδεια για να σκοτώνει έξω από τα προβλεπόμενα από το νόμο. Κι αυτό είναι ακριβώς που κάνει ο Τραμπ. Και υπάρχει μια λέξη για όταν σκοτώνεις προμελετημένα κάποιον εκτός μιας ένοπλης σύρραξης: δολοφονία. Αυτό έκαναν στα βενεζουελάνικα σκάφη».

Tι θέλει η αλεπού στο παζάρι;

«Αυτή η επίθεση είναι ένα βήμα προς τη δράση, με την έννοια ότι δημιουργεί ένα προηγούμενο στη χρήση θανατηφόρας δύναμης κατά εγκληματικών οργανώσεων και δείχνει την έκταση της (δυνατότητας) επέμβασης των ΗΠΑ στα εσωτερικά άλλων χωρών, με τον χαρακτηρισμό εγκληματικών οργανώσεων ως ξένων τρομοκρατικών ομάδων», έλεγε στην Deutsche Welle η Σάντρα Πελεγκρίνι, αναλύτρια για τη Λατινική Αμερική στο κέντρο Δεδομένων Τοποθεσίας και Συμβάντων Ενοπλων Συρράξεων (ACLED). «Παρότι η (στρατιωτική) ανάπτυξη δεν αποτελεί ακόμα μια άμεση απειλή για όλη την περιοχή, ανοίγει την πόρτα για παρεμβάσεις και για την κανονικοποίηση της χρήσης στρατιωτικών πρακτικών κατά του οργανωμένου εγκλήματος, με συνέπειες πολύ πιο ευρείες αλλά και απρόβλεπτων επιπτώσεων».

Οι δεξιές κυβερνήσεις, που προτάσσουν τις σχέσεις τους με τον Τραμπ, απλά επαναλαμβάνουν όσα λέει η Ουάσινγκτον για τη ναρκοτρομοκρατία, στηρίζοντας ρητά ή άρρητα την παρουσία αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Καραϊβική. Αντίθετα, προοδευτικοί ηγέτες, όπως οι πρόεδροι της Κολομβίας, της Βραζιλίας και του Μεξικού ανησυχούν πως αυτή είναι η απαρχή για την επιστροφή στην εποχή όπου οι ΗΠΑ έκαναν ανενόχλητοι επεμβάσεις στην περιοχή, σαν να ήταν η πίσω τους αυλή.

Ο Τραμπ δεν κρύβει πως θα ήθελε μια ανατροπή του Μαδούρο και ερωτώμενος την Κυριακή για ενδεχόμενη επίθεση εναντίον της Βενεζουέλας άφησε και πάλι ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα απαντώντας «θα δούμε τι θα συμβεί». Ωστόσο, στόχος του δεν είναι να ασκήσει πίεση μόνο στη Βενεζουέλα, αλλά και σε αρκετές χώρες της περιοχής, έλεγε στην Deutsche Welle ο Φιλ Γκάνσον του International Crisis Group. «Αυτό έχει επιπτώσεις σε όλη τη λεκάνη της Καραϊβικής και στο Μεξικό. Οσοι θέλουν να αναλάβουν στρατιωτική δράση κατά των καρτέλ έχουν στο στόχαστρό τους ιδιαίτερα το Μεξικό», όπου αυτή η πίεση έχει ήδη αρχίσει να εκφράζεται με απειλές για πιθανές επεμβάσεις σε μεξικανικό έδαφος και δασμούς ως μέσα για μια πιο δυναμική απάντηση κατά των εγκληματικών οργανώσεων που υποτίθεται ότι το κράτος «αφήνει ανεξέλεγκτες».

Εν τέλει, είναι σαφές πως η κυβέρνηση Τραμπ θέλει να ανακτήσει τη βορειοαμερικανική ηγεμονία στην περιοχή -και την καθεστωτική αλλαγή όταν το καρότο δεν αρκεί- και είναι πρόθυμη να χρησιμοποιήσει βία για να το πετύχει.