Ο θάνατος του Ρόμπερτ Ρέντφορντ στις 16 Σεπτεμβρίου 2025, σε ηλικία 89 ετών, σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής για την αμερικανική και παγκόσμια κινηματογραφία. Αυτή η μέρα ήταν η χθεσινή. Και το τέλος αυτής της εποχής είναι δικό μας: μας ανήκει. Γιατί ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ ανήκει σε αυτή τη διαχρονική γενιά των ηθοποιών που δεν ήταν μόνο ένα πράγμα.
Γυναίκες και άντρες, από τον Πολ Νιούμαν στον Σον Κόνερι και τον Νικ Νόλτε και από την Μπάρμπρα Στρέιζαντ έως τη Μέριλ Στριπ και την Τζόντι Φόστερ, όλοι τους ήταν καλλιτέχνες που δεν έμειναν στην ομορφιά τους ή στο ταλέντο τους, αλλά χρησιμοποίησαν όλα τα παραπάνω για να δημιουργήσουν έναν νέο πολιτιστικό σύμπαν παγκοσμίως. Και αυτό καθόρισε όχι μόνο τη δική τους γενιά, αλλά και την επόμενη και τη μεθεπόμενη, φτάνοντας ώς το σήμερα. Οπότε ναι: ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ μπορεί να «έφυγε» κάπως μεγάλος, στα 89 του χρόνια, αλλά θα μας λείψει. Γιατί δεν τον γνωρίσαμε μόνο μέσα από τις ταινίες του, αλλά και μέσα από τη σκέψη του.
Δεν έφυγε απλώς ένας ηθοποιός. «Εφυγε ένα από τα λιοντάρια», δήλωσε η Μέριλ Στριπ που συμπρωταγωνίστησε μαζί τους στην ταινία «Out of Africa» (1985). «Ηταν ένας υπέροχος άνθρωπος. Ενσάρκωνε μια Αμερική για την οποία εμείς πρέπει να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε… Ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω ότι “έφυγε” και δεν μπορώ να σταματήσω να κλαίω», είπε η Τζέιν Φόντα, με την οποία ο Ρέντφορντ ήταν κινηματογραφικό ζευγάρι στο υπέροχο «Ξυπόλυτοι στο πάρκο» του Τζιν Σακς (πολύ νέοι και οι δύο, πίσω στο 1967), συνεργάστηκαν ξανά στον «Ηλεκτρικό καβαλάρη» του Σίντνεϊ Πόλακ το 1979 και πριν από λίγα χρόνια (2017) τους ξαναείδαμε στο «Οι ψυχές μας τη νύχτα» που έκανε την πρεμιέρα του στη Βενετία και προβάλλεται από το Netflix. «Ενα είδωλο του κινηματογράφου από κάθε άποψη» τον χαρακτήρισε ο Αντόνιο Μπαντέρας, «Οικογένεια. Τέχνη. Μεταμόρφωση. Υπεράσπιση. Δημιουργία. Κληρονομιά», έγραψε η Τζέιμι Λι Κέρτις.
Μίλησε και ο Τραμπ, βέβαια, λέγοντας πως «υπήρξαν χρόνια που δεν υπήρχε κανένας καλύτερος», κατηγοριοποιώντας σε βαθμό «αριστείας» τον ηθοποιό ως «οφείλει» ως γνήσιος μετακαπιταλιστής. Μόνο που ο Ρέντφορντ δεν ήταν προς σύγκριση: όπως και άλλοι, όχι πολλοί μεν αλλά αρκετοί, άνηκε σε αυτό το ανθρώπινο/καλλιτεχνικό/πολιτικό είδος που δεν συγκρίνεται – επικοινωνεί, στέκει αλληλέγγυο, συνυπάρχει, γι’ αυτό και συν-κινεί.
Ο Ρέντφορντ «έφυγε» στο σπίτι του στη Γιούτα, αφήνοντας πίσω του μια κληρονομιά που υπερβαίνει τον κινηματογράφο ως μια από τις πιο φωτεινές μορφές που κατάφεραν να συνδυάσουν τη λάμψη του Χόλιγουντ με την καλλιτεχνική ακεραιότητα, την εμπορική επιτυχία με τον πολιτικό λόγο, την προσωπική γοητεία με την κοινωνική ευθύνη. Δεν είναι τυχαίο, είναι σπάνιο. Πρόκειται για έναν άνθρωπο που αντιλήφθηκε τον ρόλο της τέχνης ως πολιτικής και κοινωνικής πράξης, που πάλεψε για το περιβάλλον, για τη δημοκρατία, για την ανάγκη να ακούγονται φωνές πέρα από το κατεστημένο.
Από το «Butch Cassidy and the Sundance Kid» («Δύο ληστές»), όταν σημείωσε τεράστια επιτυχία δίπλα στον Πολ Νιούμαν το 1969, και το «All the President’s Men» («Ολοι οι άνθρωποι του προέδρου») έως το Οσκαρ Σκηνοθεσίας για το «Ordinary People» («Συνηθισμένοι άνθρωποι», ενώ ο ίδιος έλαβε ακόμα ένα Οσκαρ το 2002 για τη συνολική προσφορά του) και την ίδρυση του Sundance, του μοναδικού κινηματογραφικού φεστιβάλ ανεξάρτητου κινηματογράφου των ΗΠΑ (που πήρε το όνομά του από τον χαρακτήρα «Sundance» στην ταινία με τον Νιούμαν), η πορεία του Ρέντφορντ είναι η ιστορία ενός καλλιτέχνη που αρνήθηκε να περιοριστεί σε στερεότυπα.
Από τη Σάντα Μόνικα στη μεγάλη οθόνη
Ο Ρόμπερτ Τσαρλς Ρέντφορντ γεννήθηκε στις 18 Αυγούστου 1936 στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνιας, σε μια οικογένεια μεσαίας τάξης. Ο πατέρας του εργαζόταν ως λογιστής, ενώ η μητέρα του, Μάρθα, ενθάρρυνε από νωρίς τη δημιουργικότητά του. Η απώλειά της, όταν εκείνος ήταν μόλις 18 ετών, σημάδεψε βαθιά την ψυχοσύνθεσή του. Νεαρός ακόμη, έδειξε ενδιαφέρον για τις εικαστικές τέχνες και το σχέδιο· φοίτησε στο Πανεπιστήμιο του Κολοράντο, αλλά εγκατέλειψε τις σπουδές του έπειτα από προβλήματα αλκοόλ και πειθαρχίας. Ενα ταξίδι στην Ευρώπη του άνοιξε νέους ορίζοντες. Σπούδασε τέχνη στο Παρίσι και αργότερα υποκριτική στη Νέα Υόρκη, στην American Academy of Dramatic Arts. Η είσοδος στον κόσμο της τηλεόρασης και του θεάτρου τη δεκαετία του 1950 τον έφερε σύντομα στο Broadway, πριν βρει τον δρόμο του στη μεγάλη οθόνη. Η φυσική του γοητεία, το χρυσόξανθο παρουσιαστικό και ταυτόχρονα η ευαισθησία που μετέφερε στους ρόλους του, τον έκαναν γρήγορα γνωστό και επιθυμητό από παραγωγούς και κοινό.
Ο σταρ με το ανήσυχο βλέμμα
Στη δεκαετία του 1960 και του 1970, ο Ρέντφορντ καθιερώθηκε ως ένας από τους πιο αγαπητούς ηθοποιούς της Αμερικής. Το «Butch Cassidy and the Sundance Kid» δεν ήταν απλώς ένα γουέστερν· ήταν μια ταινία που μιλούσε για την αδελφική φιλία, την απώλεια της αθωότητας, την αλλαγή της εποχής. Ακολούθησε το «The Sting» («Το κεντρί», 1973), που χάρισε στο ζευγάρι Ρέντφορντ – Νιούμαν άλλη μια κλασική συνεργασία. Η ταινία απέσπασε Οσκαρ Καλύτερης Ταινίας και έγινε εμπορικός θρίαμβος.
Με το «Ολοι οι άνθρωποι του προέδρου» (1976), ο Ρέντφορντ έδειξε τη σοβαρή πλευρά του. Ενσάρκωσε τον δημοσιογράφο Bob Woodward, καλύπτοντας το σκάνδαλο του Watergate. Η ταινία δεν ήταν απλώς κινηματογραφικό έργο – ήταν μια υπενθύμιση της δύναμης του Τύπου και της ανάγκης για λογοδοσία της εξουσίας. «Ηθελα να πω μια ιστορία για την αλήθεια κάτω από την αλήθεια», είχε δηλώσει ο ίδιος στο Democracy Now. Και φυσικά έχουμε και άλλες εμβληματικές ερμηνείες του: «The Way We Were» («Τα καλύτερά μας χρόνια», 1973), με την Μπάρμπρα Στρέιζαντ, «The Natural» («Ο καλύτερος», 1984), ένα αθλητικό δράμα με μυθολογικό υπόβαθρο, «Out of Africa» («Πέρα από την Αφρική», 1985), όπου το ρομαντικό βλέμμα του έγινε παγκόσμιο σημείο αναφοράς. Η παρουσία του συνδύαζε αρρενωπή γοητεία και σιωπηλή ευφυΐα. Δεν ήταν μόνο ένας όμορφος άντρας ο νέος Νιούμαν. Ηταν η εικόνα του τίμιου, του αξιόπιστου, του «καλού Αμερικανού» που παλεύει με αμφιβολίες και διλήμματα… ακόμα και ενάντια στα κακώς κείμενα της ίδιας του της χώρας.
Το 1980, με το σκηνοθετικό του ντεμπούτο «Ordinary People» απέδειξε ότι είναι ένας σκηνοθέτης που τολμά. Η ταινία, που εξερευνά την τραυματική απώλεια και τη διάλυση μιας οικογένειας, κέρδισε τέσσερα Οσκαρ, ανάμεσά τους το Καλύτερης Σκηνοθεσίας για τον ίδιο. Η επιτυχία αυτή τον καθιέρωσε ως έναν δημιουργό με βαθιά ψυχολογική ματιά. Η σκηνοθεσία του χαρακτηρίζεται από ανθρωποκεντρική προσέγγιση: χαμηλούς τόνους, έμφαση στη λεπτομέρεια, και μια διαρκή αγωνία για την ηθική της αφήγησης.
Sundance: η επανάσταση του ανεξάρτητου σινεμά
Η μεγαλύτερη ίσως κληρονομιά του Ρέντφορντ δεν βρίσκεται σε κάποια ταινία αλλά σε έναν θεσμό: το Sundance Institute και το Sundance Film Festival. Το 1981, ίδρυσε το Ινστιτούτο σε μια ορεινή περιοχή της Γιούτα («Εμεινα στα βουνά της Γιούτα κι εκεί έχτισα το σπίτι μου, για να είμαι μακριά από τις προκλήσεις του Χόλιγουντ», έλεγε ο ίδιος), δίνοντάς του το όνομα του χαρακτήρα που τον είχε καθιερώσει, «Sundance Kid». Το φεστιβάλ μετατράπηκε σε θερμοκοιτίδα για νέους σκηνοθέτες. Από εκεί ξεκίνησαν ή αναδείχθηκαν καλλιτέχνες όπως οι Αδελφοί Κοέν, ο Κουέντιν Ταραντίνο, ο Στίβεν Σόντερμπεργκ, ο Ντάρεν Αρονόφσκι. Κάπως έτσι, το Sundance έγινε η πύλη του ανεξάρτητου σινεμά στον κόσμο. Οπως έλεγε ο ίδιος ο Ρέντφορντ, «Το σινεμά δεν είναι μόνο ψυχαγωγία. Είναι τρόπος να δούμε τον κόσμο διαφορετικά, να ακούσουμε φωνές που αλλιώς δεν θα ακούγαμε».
Συνειδητά κράτησε το Sundance μακριά από την άμεση κομματική πολιτική, αν και τα θέματα των ταινιών ήταν συχνά πολιτικά φορτισμένα. Το ζητούμενο δεν ήταν να υψώσει πανό, αλλά να ανοίξει παράθυρα. Τον διάλογο – αυτόν ήθελε. Κάτι που λείπει τόσο πολύ από τις ΗΠΑ, ειδικά σήμερα.
Ο πολιτικός πολίτης
Ο Ρέντφορντ υπήρξε ενεργός και θαρραλέος στις πολιτικές του απόψεις. Το 2019, σε άρθρο του για το NBC News, κατηγόρησε τον Ντόναλντ Τραμπ για «συμπεριφορά δικτάτορα» και κάλεσε τους Αμερικανούς να ψηφίσουν για την υπεράσπιση της δημοκρατίας. «Είμαι παθιασμένος. Είμαι πολιτικός για τη χώρα μου, για το τι είναι και για το πώς θα παραμείνει δυνατή», είχε πει σε συνέντευξή του. Η μεγαλύτερη μάχη του ήταν όμως η οικολογία. Μίλησε στον ΟΗΕ, συμμετείχε σε διεθνή φόρα, χρηματοδότησε δράσεις για την προστασία των εθνικών πάρκων: «Δεν έχουμε άλλο χρόνο. Το κλίμα δεν είναι θέμα πολιτικής· είναι θέμα επιβίωσης», τόνιζε συχνά. Η φωνή του έβρισκε απήχηση γιατί προερχόταν από έναν άνθρωπο που δεν χρειαζόταν πια να αποδείξει τίποτα – είχε την ελευθερία να μιλήσει χωρίς να φοβάται για καριέρες ή νούμερα.
Ο άνθρωπος πίσω από τον μύθο
Πίσω από τον λαμπερό σταρ υπήρχε ένας άνθρωπος με προσωπικές δοκιμασίες. Το 1958 παντρεύτηκε τη Lola Van Wagenen, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Εχασαν τον πρώτο τους γιο, τον Σκοτ, λίγους μήνες μετά τη γέννησή του. Ο Τζέιμς, επίσης σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ, πέθανε το 2020 από καρκίνο στο συκώτι. Αυτές οι απώλειες τον σημάδεψαν, αλλά και τον ώθησαν σε μια βαθύτερη αναζήτηση για το νόημα της ζωής και της τέχνης. Η δεύτερη σύζυγός του, Sibylle Szaggars, καλλιτέχνιδα πολυμέσων, στάθηκε δίπλα του τα τελευταία χρόνια. Ο Ρέντφορντ δεν ήταν φίλος των δημόσιων εμφανίσεων και της υπερβολικής δημοσιότητας. Προτιμούσε την απομόνωση στη Γιούτα, όπου ασχολιόταν με τη ζωγραφική και τη φύση. Οπως έχει πει, «Η ησυχία είναι ο τρόπος να ακούσεις τον εαυτό σου».
Ως ηθοποιός κατάφερε να συνδυάσει το εμπορικό με το ποιοτικό. Ηταν σταρ που δεν φοβόταν να παίξει ρόλους με βάθος. Ως σκηνοθέτης, έδωσε στο κοινό έργα με ενδοσκόπηση και κοινωνικό περιεχόμενο. Ως ιδρυτής του Sundance, άλλαξε τον χάρτη του παγκόσμιου κινηματογράφου, δίνοντας βήμα σε χιλιάδες ανεξάρτητους δημιουργούς. Ως ενεργός πολίτης, μίλησε για την αλήθεια, για τη δημοκρατία, για το περιβάλλον. Χρησιμοποίησε τη φήμη του για να προωθήσει σκοπούς που ξεπερνούσαν τον εαυτό του. Και γι’ αυτό έγινε πρότυπο. Γιατί απέδειξε ότι μπορείς να είσαι διάσημος χωρίς να θυσιάσεις την ακεραιότητά σου.
«Η τέχνη δεν είναι πολυτέλεια· είναι ανάγκη για την κοινωνία». «Η δημοκρατία χρειάζεται πολίτες που δεν φοβούνται να κάνουν δύσκολες ερωτήσεις»… Αυτά δεν είναι απλά λόγια, ούτε εύκολο να τα πει κανείς, ειδικά ένας αστέρας του Χόλιγουντ. Εχετε ακούσει πολλούς διεθνούς εμβέλειας αστέρες να λένε παρόμοια πράγματα;
Η απώλειά του αφήνει ένα κενό. Ομως, η κληρονομιά του είναι ζωντανή: στις ταινίες που συνεχίζουν να προβάλλονται, στους σκηνοθέτες που βρήκαν φωνή χάρη στο Sundance, στις πολιτικές και περιβαλλοντικές μάχες που ενέπνευσε. Ο Ρέντφορντ έζησε μια ζωή γεμάτη αντιφάσεις και πάθος: σταρ και αντιστάρ, καλλιτέχνης και ακτιβιστής, ιδεαλιστής και ρεαλιστής. Ενας άνθρωπος που κατάφερε να σταθεί στο ύψος του μύθου του. Το έχει πει καλύτερα ο ίδιος – καλύτερα από όλα όσα θα μπορούσαμε να γράψουμε εμείς για εκείνον: «Το σινεμά είναι να αφηγείσαι ιστορίες. Αλλά οι ιστορίες αυτές πρέπει να λένε κάτι για το ποιοι είμαστε και ποιοι θέλουμε να γίνουμε». Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ το έκανε – και γι’ αυτό θα μείνει για πάντα στην ιστορία.
