Το brain drain, η φυγή στο εξωτερικό εκατοντάδων χιλιάδων νέων υψηλής εξειδίκευσης και επιστημονικής κατάρτισης, «ματώνει» την ελληνική κοινωνία και οικονομία από τα χρόνια των μνημονίων και έπειτα. Σήμερα, παρά τη μερική επιστροφή που παρατηρήθηκε, κυρίως για οικογενειακούς λόγους, η απειλή ενός δεύτερου κύματος μετανάστευσης νέων ανθρώπων είναι μεγαλύτερη από ποτέ.
Τα ερωτήματα, που εάν απαντηθούν μπορούν εύκολα να εξηγήσουν τη νέα τάση φυγής και την ανακοπή της επιστροφής των νέων μας από το εξωτερικό, είναι απλά:
● Ποιος θέλει να μείνει σε μια χώρα που οι εργαζόμενοι δουλεύουν περισσότερο από κάθε άλλη χώρα της Ευρώπης αλλά είναι τελευταίοι στην αγοραστική δύναμη;
● Που έχει θεσπιστεί 10ωρο χωρίς αποζημίωση;
● Που οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας καλύπτουν πολύ λίγους και οι συλλογικές διαπραγματεύσεις βρίσκονται στο στόχαστρο, ενώ τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης είναι από τα μεγαλύτερα στην Ευρώπη και οι συντάξιμες αποδοχές από τις μικρότερες;
● Που καταργήθηκε η προστασία από απόλυση;
Είναι ακριβώς μερικά από τα πεδία όπου η κυβερνητική πολιτική του κ. Μητσοτάκη έχει κάνει «θαύματα» σε βάρος του κόσμου της εργασίας.
Αλλά και στον τομέα της επιχειρηματικότητας, η χώρα μας επιμένει στον δανειακό αποκλεισμό της πλειονότητας των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και στην οριζόντια φορολογική επιβάρυνση, ευνοώντας ασύστολα τα καρτέλ παντός είδους, στις τράπεζες, στην ενέργεια και αλλού. Οσο για τους νέους αγρότες, οι τελευταίες εξελίξεις με το νέο κυβερνητικό σκάνδαλο μιλούν από μόνες τους.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, το 37,3% των νέων δηλώνουν ότι σκέφτονται να φύγουν στο εξωτερικό για μια καλύτερη θέση εργασίας. Στις ηλικίες 17-24 σχεδόν 1 στους 2 (44,4%) δηλώνει ότι σκέφτεται να φύγει στο εξωτερικό.
Οι σχετικές έρευνες έχουν αναδείξει σε σημαντικό παράγοντα της φυγής το οικονομικό ζήτημα. Ο 1 στους 3 νέους 17-34 ετών δυσκολεύεται να καλύψει τις μηνιαίες ανάγκες του. Ωστόσο, οι νέοι μας δεν αναζητούν μόνο καλύτερες αποδοχές. Ενα σημαντικό κίνητρο αφορά την επαγγελματική ενασχόλησή τους στο πεδίο ενδιαφέροντός τους. Στην εύρεση εργασίας αντίστοιχης του επιπέδου σπουδών, με προοπτικές ανέλιξης, αντίστοιχες απολαβές και καλές εργασιακές συνθήκες. Το 35,6% των νέων εργαζομένων θεωρούν ότι έχουν δεξιότητες υψηλότερες απ’ αυτές που απαιτεί η δουλειά που κάνουν, ποσοστό που εκτοξεύεται στο 48,3% για τους κατόχους μεταπτυχιακού/διδακτορικού διπλώματος. Μάλιστα, 1 στους 3 λέει ότι εργάζεται σε αντικείμενο άσχετο από αυτό που σπούδασε.
Οι νέοι άνθρωποι αναζητούν αξιοκρατία μέσα σε ένα περιβάλλον κρίσης του πολιτικού συστήματος, των διαχρονικών αξιών και των προτύπων ζωής. Αυτό που βιώνουν είναι η «Ελλάδα 2.0» του κ. Μητσοτάκη, με το σκάνδαλο των υποκλοπών, το έγκλημα των Τεμπών και το μπάζωμα που ακολούθησε, τους γαλάζιους «φραπέδες» και «χασάπηδες» του ΟΠΕΚΕΠΕ, το ρεκόρ των απευθείας αναθέσεων, τις κοινοβουλευτικές εκτροπές, την ακρίβεια και τη διεύρυνση των κοινωνικών, μορφωτικών και οικονομικών ανισοτήτων.
Η κυβερνητική προσέγγιση στα σημαντικά προβλήματα παραμένει ανεπαρκής, αλλά και δέσμια μιας σκληρής νεοφιλελεύθερης οπτικής, με ταξικό πρόσημο σε συνδυασμό με μικροκομματικές παθογένειες που τροφοδοτούν κρίσιμες εστίες διαφθοράς.
Σε μια Ελλάδα που γερνάει και συρρικνώνεται, η κυβέρνηση της Ν.Δ. υλοποιεί πολιτικές ευκαιριακού κέρδους των τραπεζών και των ομίλων real estate, μοιράζει επιδόματα μειωμένης προοπτικής και εμφανίζει το ελάχιστο ως μεγάλα επιτεύγματα με τη συμβολή μιας επικοινωνιακής φούσκας. Τα μέτρα για τις νέες οικογένειες είναι σταγόνα στον ωκεανό. Αυτά για την αγορά κατοικίας μέσω τραπεζικού δανεισμού είναι μικρής αποτελεσματικότητας και επιδεινώνουν το στεγαστικό πρόβλημα για τους αποκλεισμένους από τον δανεισμό και τα ίδια κεφάλαια.
Πολύ περισσότερο, τα μέτρα, φορολογικά και μισθολογικά, που έλαβε για την επαναφορά των Ελλήνων που έφυγαν στο εξωτερικό τα χρόνια της κρίσης, είτε δεν αρκούν είτε καταδικάζουν τους επαναπατρισθέντες σε μια επώδυνη πραγματικότητα με τη λήξη τους.
Γιατί αυτό ακριβώς δεν μπορεί να εγγυηθεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη: μια διαφορετική πραγματικότητα για την κοινωνική πλειονότητα, όπου ο στόχος της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ευημερίας δεν θα αφορά τους λίγους και εκλεκτούς, αλλά τους ανθρώπους που εργάζονται σκληρά. Αυτούς που δικαιούνται ισχυρές απολαβές, ασφάλεια στην εργασία, καθώς κι ένα αξιοκρατικό δημόσιο σύστημα παιδείας που θα βοηθάει τα παιδιά μας να προκόψουν, όπως και ένα σύστημα υγείας που θα στηρίζει τον απλό άνθρωπο.
Οι βάσεις για όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό με αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, τη δημιουργία θέσεων εργασίας με ενισχυμένο οικονομικό και επαγγελματικό αντίκρισμα, αξιοκρατία και διαφάνεια, μπορούν να τεθούν μόνο από μια προοδευτική κυβέρνηση. Αυτό έχει ανάγκη ο τόπος και ο λαός.
*Εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., επικεφαλής της δημοτικής παράταξης «Ανοιχτή Πόλη»
