Mπορεί το καλοκαίρι να μην είναι για πολλούς πια, ίσως αρκετοί να αδυνατούν να πάνε κάπου αλλού από τον τόπο διαμονής τους, πιθανώς να μην μπορούν καν να φιλοξενηθούν από οικείους και φίλους που συμβαίνει να έχουν δικό τους χωριό ή κάποιο ενδιαίτημα στην περιφέρεια της χώρας. Η Φαίδρα και ο Μήτσος μάς φιλοξένησαν για λίγες μέρες στον Αγιο Γεώργιο Ιστιαίας, ένα μικρό χωριό στη Βόρεια Εύβοια –στην ουσία είναι προάστιο της ωραίας αυτής πόλης. Εκατό μέτρα προτού φτάσεις σπίτι τους, δίπλα στον δρόμο, πάνω στο πεζοδρόμιο δεσπόζει ένα εκ πρώτης όψεως εκκεντρικό στην εμφάνισή του μικρό μαγαζί με τον εξωτερικό τοίχο του καλυμμένο με ψεύτικα λουλούδια· όλος ο τοίχος. Την πρώτη μέρα δεν δώσαμε σημασία. Το ανακάλυψε ο Στράτος, ο τρίτος των φιλοξενούμενων, επειδή ήθελε καλά και σώνει να πιει καφέ φρέντο εσπρέσο. Πήγε λοιπόν στα λουλούδια, αλλά ο Αλέκος [ο ιδιοκτήτης] δεν ήξερε να φτιάχνει τέτοιον καφέ –να πήγαινε το βράδυ που ήταν η γυναίκα του ή η μικρή Χριστίνα που εργάζεται εκεί τα καλοκαίρια.
Την άλλη μέρα το πρωί πήγαμε και οι τρεις φιλοξενούμενοι να πιούμε ένα τσιπουράκι. Μπα, δεν είχε. Προμηθευτήκαμε από τη διπλανή ταβέρνα, δεν είχε όμως ούτε ένα μεζεδάκι για να μην πάει κάτω ξεροσφύρι. Του είπαμε ότι μια ντοματούλα, μια ελίτσα, λίγο τυράκι θα ήσαν υπεραρκετά. Α, λέει, αυτά είναι πάρα πολλά για μένα. Δεν πειράζει. Το ίδιο βράδυ ξαναπήγαμε. Ηταν εκεί η γυναίκα του η Δήμητρα. Τα χάσαμε. Μια τεράστια πιατέλα με λαχταριστά μεζεδάκια, κερασμένα! Το πρωί ο Στράτος ήταν αδύνατο να πιει καφέ. Επαιρνε λοιπόν σε ένα μεγάλο φλιτζάνι τη δόση του καφέ, έπαιρνε και παγάκια και το πρωί έφτιαχνε μόνος του το αγαπημένο του ρόφημα. Ξεκαρδιζόταν στα γέλια ο Αλέκος. Πρώτη φορά έβλεπε άνθρωπο να πίνει «μπαγιάτικο εσπρέσο»! Στο μεταξύ ο Στράτος μιλούσε συνέχεια στο τηλέφωνο. Μας είχε ζαλίσει με τα πάνω κάτω στον δρόμο δίπλα μας. Πάρε ένα λάστιχο, μου λέει ο Αλέκος, και κατάβρεξε τον δρόμο. Γιατί; ρωτάω απορημένος. Μα δεν βλέπεις τα μέλια που τρέχουν; Θα κολλήσουμε, δεν θα θα μπορέσουμε να περπατήσουμε…
Τα βράδια πίναμε και τα ποτά μας. Η Δήμητρα μας έφτιαξε και κρέπες, μάλλον η Χριστινούλα, που είναι πρωτοετής στα Μέσα Επικοινωνίας στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο. Υποσχεθήκαμε να πάμε και τον χειμώνα. Χωράνε δεν χωράνε τρία τραπεζάκια μέσα. Πρέπει να είστε εφοδιασμένοι με μάσκες, προειδοποιεί ο Αλέκος, άσε που δεν θα γνωριζόμαστε από τους καπνούς. Εχει κόσμο όλο τον χρόνο, μαθαίνουμε, και το λειτουργούν εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια. Είμαστε βεβαίως οι πρώτοι «τουρίστες», αφού πολλοί σνομπάρουν την εξωτερική διακόσμηση με τους χάρτινους-υφασμάτινους ανθούς και τις αντίστοιχες περικοκλάδες. Και όμως το χιούμορ περισσεύει σε κείνη τη μικρή γωνιά. Ιδιόμορφο ίσως, αλλά το γέλιο, εάν δεν αφθονεί, τουλάχιστον δεν λείπει. Περνάνε οι ώρες ευχάριστα. Κόσμος να υπάρχει, έξυπνος, ειλικρινής, προσγειωμένος, ευθύς, καλόκαρδος –έτσι μπορούν για όλους να υπάρχουν καλοκαίρια· εκάς νεόπλουτοι και ματαιόδοξοι, αλλά και γκρινιάρηδες κι απελπισμένοι, νοητικά και ψυχικά τραυματίες.
