Η Λίλλυ Κοτσώνη στην τρίτη κατά σειρά ποιητική συλλογή της με τον τίτλο «Ικέτες των απλών πραγμάτων» (εκδόσεις Ιωλκός) μετατοπίζει την ποιητική της ματιά, διευρύνοντας ακόμα περισσότερο το οπτικό της πεδίο στην αξία των απλών πραγμάτων, συχνά παραμελημένων ή παραγνωρισμένων στην πανθομολογουμένως πεζή εποχή μας, που συνθέτουν όμως εκ θεμελίων την περικείμενη πραγματικότητα στην ιστορική διαδρομή της, πράγματα που νοηματοδοτούν τον ανθρώπινο βίο όταν αυτά αναγνωριστούν ως αξίες ζωής και καταστούν σύμβολα ενός νέου τρόπου κοινωνίας και δικαίωσης του πολιτισμού μας.
Στο εξώφυλλο του βιβλίου, κάτω ακριβώς από τα κόκκινα γράμματα του τίτλου, διαγραμμίζονται εικονιστικά και επεξηγηματικά τα εξής σύμβολα: ένα λουλούδι, ο ήλιος, ένα ανθρώπινο χέρι, ένα δέντρο, ένας ιππόκαμπος και μια καρδιά. Σαφής η υπόδειξη του λεκτικού τύπου: η τρυφερότητα, η ευαισθησία, η ομορφιά, το φυσικό και απολλώνιο φως, η ζωή, η ύπαρξη, η ανθρώπινη επαφή, η φύση, η αρχέγονη θάλασσα, η αγάπη, ο έρωτας αποτελούν τα συστατικά στοιχεία της οντολογικής αλήθειας μας πάνω από τα οποία εγκύπτει η ποιητική συνείδηση προστατευτικά αγκαλιάζοντάς τα, σηκώνοντας το βάρος τους στον έναστρο ουρανό της προσωπικής ποιητικής της μυθολογίας, για να καταδείξει ότι η ποίηση αντλεί ουσία και περιεχόμενο, λαμβάνει σχήμα και μορφή μόνο όταν συνομιλεί με την απλότητα ως τρόπο ζωής αλλά και ως κανόνα αισθητικής, όταν συνομιλεί με την εμπράγματη, φυσικά, συναισθηματική και αξιακή επένδυση της καθημερινότητας των ανθρώπων.
Μπροστά στη γεωμετρικώς πολλαπλασιαζόμενη ανικανοποίητη ματαιοδοξία του σύγχρονου ανθρώπου και μέσα στην παραζάλη των υψηλών ταχυτήτων της φαινομενικής ευτυχίας, της πληθωριστικής ευμάρειας και της προσωπικής ανεπάρκειάς του, η Κοτσώνη προσπίπτει ως ικέτιδα στον βωμό της ποίησης αντιτάσσοντας την αγωνιώδη φωνή της για τα τείχη που κατέπεσαν και το προδιαγραφόμενο δυσοίωνο μέλλον, φωνή που ακολουθεί τους δρόμους της ευγένειας των ανθρωπιστικών αξιών κρούοντας μέσα στη σιωπηλή παραδοξότητα των καιρών τις θύρες των θεών και τις καρδιές των ανθρώπων. Ικέτες και εμείς όλοι μαζί της, ικέτες των απλών πραγμάτων, επιστρέφουμε στο θεϊκό μαντείο με την ελπίδα να ακούσουμε την ομφή του χρησμοδότη Λοξία, να διακρίνουμε τουλάχιστον ένα νεύμα του στο βλέμμα.
Στα πρώτα έξι ποιήματα της συλλογής, που λειτουργούν εισαγωγικά της στοχοθεσίας και του εξελισσόμενου ποιητικού στοχασμού, συμπυκνώνεται η στάση του ποιητικού υποκειμένου, η λαχτάρα και ο πόθος του απέναντι στη δυστοπία της μοναξιάς, της στέγνας, της ερημιάς, της μεγάλης αξημέρωτης νύχτας και της καταιγίδας να υπερβεί αντιξοότητες, δυσκολίες, καταφεύγοντας στην υπερούσια δύναμη της ποίησης και των λέξεων που στεριώνουν το όνειρό της για έναν κόσμο καλύτερο. Το ανεκπλήρωτο μετουσιώνεται σε βούληση, επιθυμία και προσταγή (Αυτό που δεν ήρθε/ σε κατοικεί). Εκφράζει λοιπόν το παράπονό της, την αγωνιώδη προσπάθεια να προφτάσουμε, να εκπληρώσουμε τον νόστο που μας έταξε η μοίρα, μια επιστροφή στην αιθέρια, ανέμελη εφηβική ηλικία του ανθρώπου που δεν γνωρίζει φθορά, σύνορα και εμπόδια, με το εφηβικό μας ποδήλατο (Κάθε δειλινό επιστρέφεις/ με το αιολικό σου ποδήλατο/ λουσμένο στο φως/ μιας ανυπέρβλητης προσμονής).
Πού χάθηκαν τα ίχνη μας αιώνες τώρα/ παρασυρμένοι απ’ την ορμή των βαρβάρων;/ Σε ποια μήκη και πλάτη της γης και του μυαλού εξοριστήκαμε/ τον τόπο μας νοσταλγώντας; αναρωτιέται με πόνο η Λίλλυ Κοτσώνη, συνθέτοντας μια πένθιμη ελεγεία για όσα πλέον αφήσαμε, αλλά δεν μας εγκαταλείπουν, επιμένουν να μας ακολουθούν μέσα στην εξορία μας, να μας ξυπνούν τις μεγάλες νύχτες και ενώ οδοιπορούμε βαθιά μέσα μας γνωρίζουμε/ πως κάτω απ’ την άμμο της πιο καυτής ερήμου/ ρέει κρυστάλλινο το νερό της μακρινής μας πατρίδας Πίσω από τη διάχυτη μελαγχολική διάθεση υπάρχει πάντα ένα παράθυρο ανοιχτό στον κόσμο, έτοιμο να υποδεχτεί το πρωτογέννητο φως του ανατέλλοντος ηλίου.
Η ποιήτρια με ευαισθησία και γλυκύτητα, που μοιάζει με τη θαλπωρή μιας μεγάλης αγκαλιάς, ξεδιπλώνει τον ποιητικό στοχασμό της και, έχοντας επίγνωση της μακραίωνης ιστορικής μας παράδοσης και εκδηλώνοντας την αγάπη της για τον ηλιόφωτο θαλασσόβρεχτο ελληνικό τόπο, φιλοτεχνεί με δεξιοτεχνία οικείες εικόνες ως σκηνογραφικό διάκοσμο του ποιητικού αφηγήματός της με άξονες αναφοράς την ελληνικότητα, που ορίζει τον χώρο, και την οικουμενικότητα, που ορίζει τον χρόνο. Πέρα από την ερωτική και υπαρξιακή θεματολογική διαπραγμάτευση, είναι σαφής και η κοινωνική διάσταση του ποιητικού της λόγου, θίγοντας ζητήματα όπως ο πόλεμος, η προσφυγιά, η αδικία και οι κοινωνικές ανισότητες, η καταστροφή της φύσης και το οικολογικό αδιέξοδο, η κοινωνική υποκρισία.
Η ποίηση για τη δημιουργό ως μορφή τέχνης αποτελεί όχι μόνο έκφραση, αλλά κάτι παραπάνω: βίωμα αναίρεσης της δυσαρμονίας ανάμεσα στο είναι και στο ιδεώδες που στοιχειοθετεί τη θρησκευτική μας ευλάβεια στο ασύλληπτο. Και η ικεσία μια προσευχή, μια παράκληση: Την εξεγερμένη άνοιξη να προλάβω/ και τα παράφορα χρώματα του καλοκαιριού.
*Ποιητής
♦ Τη σελίδα αυτήν δεν τη φτιάχνουν επαγγελματίες κριτικοί βιβλίου. Γράφεται από αναγνώστες που απευθύνονται σε αναγνώστες για να τους μιλήσουν για κάποιο βιβλίο που τους συνεπήρε. Αν θέλετε να μοιραστείτε όσα νιώσατε διαβάζοντας ένα βιβλίο, στείλτε το κείμενό σας (το πολύ 700 λέξεις) στο [email protected]
