Το είδαμε κι αυτό· το ακούσαμε κι αυτό· το ζήσαμε κι αυτό και όλοι χάρηκαν. Ναι, νομίζω πως όλοι χάρηκαν. Τότε γιατί εγώ νιώθω χάλια; Και πού να το πω; Πού να ομολογήσω αυτό το συναίσθημα, που μοιάζει να γυρνάει ανάποδα το μέσα σου, κι όλα να δένονται σε έναν μεγάλο κόμπο;
Μπορώ να σας απαριθμήσω δεκάδες περιπτώσεις ανάκρουσης του εθνικού μας ύμνου που θυμάμαι με συγκίνηση. Δεκάδες περιπτώσεις όπου σηκώθηκα όρθια σε στάση προσοχής και να με παίρνουν τα ζουμιά. Κάποια από αυτές τις περιπτώσεις μου είναι αξέχαστη. Ηταν η πρώτη φορά που βρέθηκα στην Αθήνα το 1973, πρώτη συμμετοχή μου ως αθλήτρια του Γυμναστικού Συλλόγου «Ευαγόρας» της Αμμοχώστου της Κύπρου στους Πανελλήνιους Αγώνες Εφήβων και Νεανίδων. Δύο ήταν τα στιγμιότυπα που θυμάμαι πιο έντονα από εκείνες τις μέρες στο στάδιο «Καραϊσκάκης». Η μία ήταν στην απονομή ενός Κυπέλλου προς τον σύλλογό μας, που ανακηρύχθηκε πολυνίκης σύλλογος στα κορίτσια. Και αμέσως μετά έγινε η έπαρση της σημαίας, της ελληνικής σημαίας, και εμείς δίπλα στον ιστό, όλη η ομάδα δεμένη σαν μια γροθιά, συγκινημένες, γιορτάζαμε όχι τόσο μια επιτυχία όσο το γεγονός ότι βρισκόμασταν στη χώρα που από μικρές μας μάθανε να λέμε «μάνα». Μάνα Ελλάδα.
Και εγώ προχθές να νιώθω χάλια. Μόλις είχε ξεκινήσει ο αγώνας μεταξύ των ομάδων μπάσκετ των Ανδρών της Κύπρου εναντίον της Ελλάδας για το Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα. Αυτού του αγώνα προηγήθηκε η πιο παράξενη, η πιο ιδιόρρυθμη, η πιο α-νόητη ανάκρουση εθνικού ύμνου· η ανάκρουση του ενός και μοναδικού εθνικού ύμνου που αντιπροσωπεύει και τις δύο χώρες. Οχι μόνο τώρα, όχι μόνο μετά την τουρκική εισβολή, μα ήδη από το 1960. Από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μιας Δημοκρατίας, μιας οντότητας η οποία συμπεριλαμβάνει δύο κοινότητες, την ελληνική και την τουρκική. Μία σημαία, μία εθνική σημαία, που θα ήταν διαφορετική από κάθε άλλης χώρας, είχε σοφά προβλεφθεί. Οχι όμως και ένας εθνικός ύμνος που θα ερχόταν να ενώσει τις δύο κοινότητες σε όσα πιθανά να τους χωρίζουν, είτε αυτό λέγεται θρησκεία είτε καταβολές ιστορικές και πολιτιστικές είτε οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να κρατάει τους πολίτες αυτής της χώρας σε διάσταση.
Ενιωσα χάλια. Αντιλήφθηκα για άλλη μια φορά πως τίποτα δεν καταφέραμε ούτε από το 1960 μέχρι και το 1974, μα ούτε και από το 1974 μέχρι τώρα. Τώρα, έγινε η ανάκρουση ενός εθνικού ύμνου, κοινού για δύο χώρες στις ομάδες των οποίων με χαρά δεχόμαστε χωρίς διάκριση παίκτες διαφορετικών χρωμάτων και καταγωγής. Ναι, και όλοι, μα όλοι χάρηκαν. Το 2025, 51 χρόνια μετά την τουρκική εισβολή, 51 χρόνια αποτυγχάνοντας να προσεγγίσουμε σωστά η μια κοινότητα την άλλη, ο κόσμος, ο ελληνόφωνος κόσμος της Ελλάδας και της Κύπρου ακούει τον κοινό εθνικό ύμνο και χαίρεται.
Σε ένα εξαιρετικό δοκίμιο, ο Λιβανέζος συγγραφέας Αμίν Μααλούφ είχε μιλήσει για τις ταυτότητες και πόσο φονικές μπορούν αυτές να αποβούν για έναν λαό. Για λαούς που αποτελούνται από κοινότητες που συνυπάρχουν για αιώνες, μα που επιμένουν να εστιάζουν σε όσα τους διακρίνουν από τον άλλον, παρά σε όσα τους ενώνουν. Λίβανος, Ισραήλ και Παλαιστίνη, Σρι Λάνκα, Βοσνία, Μεγάλη Βρετανία. Και η Κύπρος· με τις δυο κοινότητες να συνυπάρχουν από το 1570. Υμνοι, σημαίες, θρησκείες, φονικές ταυτότητες.
Κι εγώ, με το στομάχι κόμπο, επιμένω να ελπίζω. Κι ας ανατέλλει ο ήλιος πάντα από την ίδια μεριά… Στον αιώνα τον άπαντα.
*Συγγραφέας
